Σε λίγο η αίθουσα ερημώθηκε, ησύχασε. Μόνο, πότε πότε, ακουγόταν πάνω στη σκηνή ένα ανεπαίσθητο σούρσιμο ανάμεσα στις κουρτίνες
Τάκης Κουφόπουλος
"Ο ηθοποιός"
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ηλεκτρομαγνητικά πεδία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ηλεκτρομαγνητικά πεδία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 19 Φεβρουαρίου 2011

Παντελής Μπουκάλας, "Ρήματα" , Κρατικό Βραβείο Ποίησης 2010


Γεννήθηκε το 1957 στο Λεσίνι του Μεσολογγίου. Αποφοίτησε από την Οδοντιατρική Αθηνών. Από το 1989 επιμελείται την ανά Τρίτη σελίδα του βιβλίου στην εφημερίδα "Καθημερινή", όπου επίσης δημοσιεύει καθ' εκάστην επιφυλλίδες κοινωνικού και πολιτικού σχολιασμού. Είναι διορθωτής και επιμελητής εκδόσεων. Από το 1980 έχει δημοσιεύσει στις εκδόσεις "Άγρα" τα βιβλία ποίησης "Αλγόρυθμος", "Η εκδρομή της Ευδοκίας", "Ο μέσα πάνθηρας", "Σήματα λυγρά", "Ο μάντης", "Οπόταν πλάτανος", καθώς ένα τόμο δοκιμίων και βιβλιοκριτικών, υπό τον τίτλο "Ενδεχομένως: Στάσεις στην ελληνική και ξένη τέχνη του λόγου". Έχει μεταφράσει, για τον ίδιο εκδοτικό οίκο, τον ελληνιστικό "Επιτάφιο Αδώνιδος του Βίωνος του Σμυρναίου" και τα ποιήματα του τόμου "Επιτάφιος λόγος: αρχαία ελληνικά επιτύμβια επιγράμματα".
Το 2010 βραβεύτηκε με το Κρατικό Βραβείο Ποίησης για την ποιητική του συλλογή "Ρήματα".
 Καρδιοπονόθλιβος

Λέξη στου λεξικού κρυμμένη τις σελίδες,
πες κοιμωμένη, πες από το χρόνο ηττημένη
αφού αλλάζουν και τα πάθη σύνταξη και τρόπο.
Τυχαία καθήλωσε το μάτι, άλλα ζητούσε,
η λέξη-έρμαιο, τυχαία ξεκλείδωσε τη σκέψη.
Κάποιος πολύ που πόνεσε την έπλασε, ποιος άλλος,
κάποιος που σάλο διένυσε και βγήκε συντριμμένος
και τα συντρίμμια σύναξε να ξαναρμόσει κόσμο.
Κι έφτιαξε λέξη όμορφη, και δύσκολη, και πλήρη,
μέσα να κλείσει τον καημό και να τον φυλακίσει,
μέσα κι ο ίδιος να κλειστεί για να ’χει να γκρεμίσει,
για να ξανάβγει όπυο φως, όπου καημός κι αγάπη,
πάλι να λάβει, να δοθεί, να ξοδευτεί, ν’ ανοίξει,
πάλι το φόβο να γευτεί, το σπαραγμό να ζήσει.
πάλι η χαρά να του δοθεί θάλασσα αγριεμένη,
δίχως λιμάνι πουθενά, δίχως σκαριά σωσίβια.
Λέξη σαν λήμμα ουδέτερο στο λεξικό χαμένο,
σάμπως δεν είναι μάχαιρα η κάθε συλλαβή της,
σάμπως δεν είναι πυρκαγιά το κάθε της το γράμμα,
φωτιά που καίει και καταλεί, φωτιά που αποτεφρώνει.
Καρδιοπονόθλιβος λοιπόν. Λέξη τυχαία, σβησμένη,
που πάλι παίρνει τη φωνή, και τρέμει και τρομάζει.
πάλι τον κόσμο ζωγραφεί, πλήρη και συντριμμένο.
Εφτά καρφιά οι συλλαβές, εφτά γλυκά φαρμάκια.
Καρδιοπονόθλιβος – αυτό. Ποιον τάχα; Ποιον ορίζουν
τα γράμματα κι οι συλλαβές, ηχώντας και σιωπώντας;
Ποιος άλλος απ’ τον έρωτα στον πόνο νόημα δίνει,
τον χρόνο τον περιγελά κι ας μοιάζει ηττημένος;
Ποιο λεξικό ασφαλέστερο, πιο πλούσιο απ’ το σώμα,
όταν φιλάει και φλέγεται, φιλιέται σπαρταράει;
Ποιος λόγος πιο αιματηρός από το σ’ αγαπάω;
ποιον καρδιοπονόθλιβο άλλον να ιστορήσεις
παρά τον που συντρίβει
…………………………………………….καρδιά
……………………………………………………………κορμί
…………………………………………………………………………
και λογισμό;

 Μου παρήγγειλε τ’ αηδόνι

Τώρα μαθαίνω πως η λύπη
γράφεται μ’ έψιλον και γιώτα.
Λείπεις – κι όλος ο κόσμος λείπει.
Λείπεις και νύχτωσαν τα φώτα.
Φωνή που ξεμακραίνει, τρέμει
φωνή ίδια βουνό ένα κλάμα.
Σαν δίχως νήμα μια ανέμη
σαν θαύμα που γυρνάει σε τραύμα.
Φωνή φαρμάκι, και το πίνω
όλο πουλί μου, να γλυκάνεις.
Το νου και το κορμί τα σβήνω,
μόνον εσύ μη μου πικράνεις.
Ακούω πιο βαθιά απ’ τη φωνή σου.
Νιώθω το βλέμμα της σιωπής σου σπαραγμένο.
Αξιώθηκα στιγμούλα της στιγμής σου.
Δώρο πιο τίμιο δεν έχω να προσμένω.

Ο Παντελής Μπουκάλας εμφανίζεται με τον Αλγόρυθμο το 1980 στα Ελληνικά Γράμματα και έκτοτε, σταθερά, εκδίδονται συλλογές του όταν έχει κάτι να πει. Ξεκινά με ρυθμούς αλγεινούς, όπως μας προϊδεάζει ο τίτλος της πρώτης ποιητικής του κατάθεσης, άλγη τα οποία δεν θα πάψουν να εμφανίζονται σ' όλα του τα έργα. Αλλωστε ο πόνος παρακινεί και διακινεί το "δαιμόνιο" της δημιουργίας. Και εδώ πρόκειται για πόνο βαθύ, πόνο των πραγμάτων, για την ουσία της ύπαρξης, γι' αυτό που γίναμε ερήμην μας. Για την αντίθεση γέννηση-θάνατος, φως-σκοτάδι ή αυτήν τη γενικότητα, που τόσο μας εξυπηρετεί, ωστόσο, το καλό και το κακό, την ηδονή και την οδύνη. Γι' αυτό, εξάλλου, η ποίηση του Μπουκάλα είναι βαθύτατα υπαρξιακή και συνάμα ουσιαστική, καθώς καμιά λέξη δεν επιλέγεται τυχαία μόνο και μόνο για λόγους εντυπωσιασμού. Αυτή βγαίνει από την εσώτερη ανάγκη να αναπαραστήσει αυθεντικά συναισθήματα, να συνδυάσει το αίσθημα με τον νου και τις διεργασίες του.
http://www.biblionet.gr/images/covers/b21579.jpg
Στην Εκδρομή της Ευδοκίας (1982) ο ποιητής επιλέγει να ανασυνθέσει το χάος της καθημερινότητας, τα θραύσματα των αισθημάτων και των αναμνήσεων με ποιητικό μονόλογο. Η θάλασσα, οι λέξεις, τα δέντρα, το σώμα, οι τόποι, όπως το Μεσολόγγι ή ο Αγιος Ευστράτιος, είναι κλειδιά στο ποιητικό τοπίο. Ο "αφηγητής" απευθύνεται ενίοτε σε δεύτερο πρόσωπο και ο λόγος μολονότι γίνεται ερωτικός, ακόμη και τότε δεν αποβάλλεται η θλίψη. Οι λέξεις έχουν μεγάλη σημασία στην ποίηση του Μπουκάλα, όχι ως υλικά που χρησιμοποιούνται για τη δημιουργία του στίχου, αλλά ως ανεξάρτητα σώματα που συμπληρώνουν την ανθρώπινη υπόσταση. 
http://www.biblionet.gr/images/covers/b29732.jpg
Στη συλλογή Ο μέσα Πάνθηρας (1985), ο ποιητής δίνει μέσω της δημιουργίας διέξοδο στις ανησυχίες του, τιθασεύει τους εσωτερικούς δαίμονές του, δαμάζει τις "υπνωτισμένες τίγρεις" του. Εφόσον η τέχνη δεν είναι παρά το αποτέλεσμα, η λύση των εσωτερικών συγκρούσεων. Εστω και προσωρινά, το μηδέν, "το μηδέν μου το έγκυο", αναιρείται, μετατρέπεται σε οντότητα. Η άμυνα στο κενό, αλλά και στο γρήγορο πέρασμα του χρόνου, που μας φέρνει όλο και πιο κοντά σ' αυτό, γίνεται μέσω των λέξεων και της ποιήσεως: "τα μάτια σου αειθαλή / και με δικάζουνε / κάθε που οχυρώνομαι / σε λέξεις και σε οινόπνευμα / όταν παραμονεύοντας σπουδάζω / το χρόνο που λιώνει...". Μάλιστα σ' αυτό το ποίημα, αλλά και αλλού, δεν χρησιμοποιείται στίξη, για να φανεί ότι η γραφή δεν διακόπτεται, συνεχίζεται στο διηνεκές, ενώ ο κάθε στίχος δεν διαχωρίζεται από τον επόμενο, καθώς η ασθματική σύνδεσή τους επεκτείνεται και στα πράγματα, σ' ό,τι μας περιβάλλει. Ο θάνατος και η απουσία μπορούν να παραλληλιστούν και με μια λευκή σελίδα του ποιητή, με τη σιωπή του, μόνο που στην πρώτη περίπτωση όλα είναι οριστικά, ενώ στη δεύτερη όχι. Αλλωστε, είναι δυνατόν η όποια αποχή για ένα χρονικό διάστημα από τη δημιουργία να προσφέρει καινούργιους καρπούς, μια ανασυγκρότηση των εσωτερικών διεργασιών.
Οι συλλαβές, οι λέξεις για τον ποιητή είναι κομμάτι του σώματος του, μια προέκταση της ύπαρξής του: "Μια συλλαβή / πριν γίνεις δάκρυ / λύνεσαι φως / κι εγώ που σε διψώ / μαυλίζω το κοκαλάκι της μουσικής σου...". Ο "αφηγητής" σκάβει εντός του, εισέρχεται σε περιοχές σκιερές και ανακαλύπτει πτυχές του "άλλου" του εαυτού, "παίζει" με τον "πάνθηρα" προτού τον δαμάσει -αν γίνει κι αυτό οριστικά κάποτε, ίσως να πάψει να γράφει-, αυτόν τον δαίμονα της δημιουργίας, τον Μεφιστοφελή της τέχνης, κυνηγάει το "ανείπωτο", για να το καθυποτάξει, για να το "σκάψει", σμιλέψει και να του δώσει μορφή. Οι λέξεις, ωστόσο, "πετρώνουν", γίνονται κάτι σταθερό και αμετακίνητο, δίνουν υπόσταση στα "φαντάσματα", σ' όλα εκείνα τα εσωτερικά δαιμόνια που βρίσκουν διέξοδο σε ώρες μοναξιάς, σε στιγμές περισυλλογής. Κι εν τω μεταξύ, οι πέτρες-λέξεις οικοδομούν έναν δικό τους κόσμο, αντλώντας τα υλικά τους από τις αθέατες πλευρές του νου, από τα παιχνιδίσματα και τις αντανακλάσεις της φαντασίας: "Οι πέτρες / πιο αλαφρές απ' τα φωνήεντα / που σε κτίζουν / Γιατ' είσαι φως...". Εξάλλου, η δύναμη της σκέψης έχει θαυματουργικές ιδιότητες, καθώς αυτή είναι σε θέση να πλάσει, ν' αναπλάσει, να συνθέσει κομμάτια του δεδομένου σύμπαντος, να τα ανακατανείμει και να δώσει κάτι εντελώς πρωτότυπο και καινούργιο: "Αρκεί να σκεφτείς / πως ανοίγοντας η πόρτα / το πόμολο γίνεται πουλί / Κι όταν σε διαγράφει η ερημία / αρκεί να σκεφτείς / το βλέμμα της και πώς πεντοβολάει / τεχνουργώντας τη μετάληψη...". Ακόμα και όταν κανείς προσπαθεί να ξεφύγει από τις μνήμες, όλα εκείνα που πληγώνουν ή που διεκδικούν τον δικό τους λόγο και τη δική τους ύπαρξη, δεν μπορεί να αποφύγει τον "πάνθηρα", αυτήν την άγρια πλευρά του εαυτού του, η οποία διεκδικεί, ζητεί επίμονα υπόσταση.
Το τρίπτυχο: πόθοι-θλίψη-ηδονή δημιουργεί τους "καθρέφτες", τις "μάσκες" και τον "ρόλο" του ποιητή, ενώ ταυτοχρόνως αυτό συνιστά και τον έσω "πάνθηρα".
http://www.biblionet.gr/images/covers/b21492.jpg
Ονειρα, μνήμες, παρουσίες και απουσίες, ο θάνατος που έρχεται συνεχώς, ο "λιμάρης χρόνος" συνθέτουν τη θεματική των ποιημάτων της συλλογής Σήματα λυγρά (1992). Αυτοί που φεύγουν από τη ζωή μπαίνουν οριστικά στο "αλλού", ενώ όσοι παραμένουν -για πόσο άραγε- "έχουν ακόμη πολύ θάνατο να ζήσουν" (ποίημα Εμπυρα σήματα). Ποιήματα μινιατούρες συνομιλούν με πεζολογικού τύπου στίχους για ανεκπλήρωτους πόθους, για άγονες στιγμές και νύχτες, για λευκές σελίδες, για τον χρόνο που τώρα προσφέρει παραμυθία, αλλά επίσης πόνο και φθορά, για τη μνήμη που: "...αμείλικτη το σώμα σου, / ένα κλωνί βασιλικός στ' αυτί του χάρου. / Πρώτη και μόνη σιγουριά / αυτό που πάντα διαφεύγει". (Παραμυθία)
Σε ορισμένα ποιήματα, όπως Ημερολόγιο, Τρίστρατο, ο Μπουκάλας χρησιμοποιεί το μέτρο, μια φόρμα που υιοθετείται για να φανεί πιο πειθαρχημένος ο στίχος, αλλά επιπλέον για να αποδοθεί η διάθεση για παιχνίδι ή επικοινωνία με παλαιότερους τρόπους έκφρασης, πιο μουσικούς και ενίοτε περισσότερο ανάλαφρους. Λιτός, υπαινικτικός, με αντιθέσεις και παιχνιδίσματα ή αναστροφές, ο ποιητής αναφέρεται στο ανείπωτο δίνοντας με τους στίχους του νόημα στο "παμφάγο Ανόητο", δαμάζοντας τον πόνο και το πένθος, μιας και "δεν αντέχεται αλλιώς τόσο πένθος". (Λοκ άουτ) Εξάλλου η ποίηση προσφέρει "χρώμα στο χρώμα", είναι η κατάφαση, το περιεχόμενο, το "ναι στο μηδέν", η γέφυρα με τον "κόσμο", το νήμα που δίνει νόημα στην ύπαρξη. Με τους στίχους και τις λέξεις ξεγελιέται το "κενό", επινοούνται άμυνες σωτηρίας.
Ποιητικός μονόλογος με θεατρικά στοιχεία και οντολογικές νύξεις είναι η συλλογή Ο μάντης (1994). Κοφτός λόγος που ενώνει το παρελθόν με το παρόν, αλλά και το μέλλον, που κι αυτό πολύ σύντομα γίνεται παρελθόν. Μονολογεί ο τυφλός μάντης, ο Τειρεσίας, και κάνει τον απολογισμό του. Μπορεί να είναι τυφλός, βλέπει παρ' όλ' αυτά με τα μάτια της σκέψης, βλέπει καλύτερα κι από αυτούς που δεν τους λείπει το φως. Μιλά για τον θάνατο, αν και νεκρός, τον έρωτα, τη σχέση με τους άλλους, την ενοχή, τον αδάμαστο χρόνο και την ακλόνητη βεβαιότητα ότι κάθε τι που περνά, δεν επανέρχεται. Ιδέα που φέρνει στον νου την ηρακλείτεια ρήση: "Ποταμώ γαρ ουκ έστιν εμβήναι δις τω αυτώ" ή όπως γράφει ο Μπουκάλας: "Το χρόνο ποτάμι να βλέπω και μονάχος εγώ να μπορώ, ευτυχία απαίσια περιούσιο άλγος, δύο φορές στα ίδια νερά του να μπω, τα μελλούμενα να 'ναι από πριν παρελθόντα". Ή, όπως έγραψε ο T.S. Eliot: "Time present and time past / Are both perhaps present in time future, / And time future contained in time past...". (I, Burnt Norton, Four Quartets){"Ο τωρινός κι ο περασμένος χρόνος / ίσως υπάρχουνε μαζί μες στον μελλούμενο / κι ο χρόνος ο μελλούμενος ίσως περιέχεται στον περασμένο", μετάφραση Γ. Νίκας, T.S. Eliot, Τα Ποιήματα, Εστία 1992}.
Ο μονόλογος του μάντη εμπεριέχει και απηχεί στίχους, μύθους και αποσπάσματα από έργα της Σαπφώς, του  Πλάτωνα, του Ομήρου, του Ηράκλειτου, του Αισχύλου, του Πινδάρου, από το δημοτικό τραγούδι, του Στησιχόρου, του Ευριπίδη και του Σοφοκλή. Ενα ταξίδι, λοιπόν, κάνει ο μάντης με στάσεις σε σημαντικά ονόματα της Ελληνικής Γραμματείας, με σταθμούς που ενώνουν το παρόν με το παρελθόν. Εικόνες υψηλής αισθητικής συνδέουν το άτομο με τη φύση, μετατρέπουν τον έρωτα για τον έτερο σε έρωτα για τη ζωή. Διονυσιακή διάθεση διατρέχει τις σκέψεις του μάντη, ενώ η έκρηξη των συναισθημάτων αποκαλύπτει έναν κόσμο αυθεντικό, που μπορεί να στηρίζεται στον νου, αν και βρίσκεται πολύ κοντά στις φυσικές απαρχές του: "Ποτέ δε θα μπορέσω να σου δώσω κάτι περ- / σότερο από τον πανικό μου. Κρυμμένος θα / 'μαι και την ώρα την πιο άγρια, όταν το πά- / θος θα με τανύει ως τη ρήξη. Ατεχνα κρυμ- / μένος. Σαν και τον κλέφτη που επαιτεί τη / σύλληψή του, να λυτρωθεί...".
Το "δίχα μοι τα νοήματα" της Σαπφώς, που συναντάμε και στην ποίηση της Ζωής Καρέλλη, επανέρχεται και στην ποιητική του Παντελή Μπουκάλα με τη μορφή των "διπλών πόθων" και της "ανδρόγυνης" φύσης. Αλλού ο "αφηγητής" μακαρίζει και "φθονεί" την τύχη του Ακταίωνα, τον οποίο κατασπάραξαν, σύμφωνα με τον μύθο, τα αγαπημένα του σκυλιά. Η θεά Αρτεμις τα σκότισε και έτσι αυτά δεν κατάλαβαν ότι το ελάφι που διαμέλιζαν ήταν ο μεταμορφωμένος κύριός τους. Ο ίδιος μύθος απασχολεί και έναν άλλο ποιητή, τον Γιάννη Δάλλα, ο οποίος όμως συνδέει τον μύθο με τις μάσκες, τις διαρκείς μεταμορφώσεις του σύγχρονου ανθρώπου που φέρνουν την ήττα και την αποτυχία: "Τι ήθελες να περιβληθείς το ένδυμα / το σχήμα του ύστατου ρόλου σου / τάχα για ποια σκοπιμότητα / ποιον να παραπλανήσεις ή να προκαλέσεις / ; ...Φόρεσες λοιπόν το ελαφόδερμα / αυτήν την ολόσωμη μάσκα σου...". (Σαν τον Ακταίωνα, συλλογή Αποθέτης, 1993) . Αντίθετα, ο "αφηγητής" του Μπουκάλα θα επιθυμούσε τον θάνατο του Ακταίωνα, για να ανακουφιστεί από τον πόνο των ενοχών: "Μια φορά τον εσπάραξαν, καταβροχθίζοντας κιόλας ό,τι βλάσφημο έπραξε όταν τον καιρό εφύλαξε να μελετήσει την Αγρία Παρθένο να λούζει στην πηγή την οχυρή της γυμνότητα. Αλλά εγώ είχα να μετρηθώ με τη διάρκεια, στην ευεργετική κακότητα της επανάληψης να ανοίξω το πνεύμα μου...". Ο μάντης, ο Τειρεσίας, μιλά για το ανείπωτο, για το παράδοξο της ζωής, τη δύναμη του νου , την τρέλα, τη ματαιότητα των πάντων, την αίσθηση του κενού και του τίποτε που μερικές φορές δίνει νόημα στα πράγματα, τα οποία στερούνται νοήματος. Ο τυφλός μάντης βλέπει μακριά και βαθιά, η γνώση ωστόσο από εφόδιο μετατρέπεται σε πανικό, σε τρόμο. Η γνώση, λοιπόν, είναι ευλογία και κατάρα συγχρόνως.
http://www.biblionet.gr/images/covers/b30223.jpg
Η συλλογή Οπόταν πλάτανος (1999) περιλαμβάνει ποιήματα με ποικίλες μορφές, άλλα είναι πεζολογικού τύπου, άλλα με ρίμα ή συρραφή λέξεων, που τονίζουν το παράδοξο της πραγματικότητας, ενώ επαναλαμβάνεται η λέξη "θάνατος". Και τα "άγονα ρήματα" προετοιμάζουν την επόμενη συλλογή που εκδίδεται το 2009 με τον τίτλο Ρήματα, συλλογή που ακουμπά στο δημοτικό τραγούδι και σε λόγια, αλλά και λαϊκά στοιχεία της παράδοσής μας, εκείνα κυρίως που προβάλλουν τις συναισθηματικές και "ιδεολογικές" επιλογές. Η ποιητική συλλογή χωρίζεται σε τρία μέρη: στις Ιστορίες, τα Ερωτήματα και τα Μυθολογήματα. Στο τελευταίο μέρος πρόσωπα του μύθου μονολογούν και αποκαλύπτουν την προσωπική τους περιπέτεια, την αντανάκλαση ιδεών και ό,τι μπορεί να κρύβει το συλλογικό υποσυνείδητο. Εδώ ανήκει το εξαιρετικό ποίημα Μαρσύας, το οποίο συνομιλεί με το ομότιτλο του Γιάννη Δάλλα. Φυσικά και οι δύο ως ποιητές είναι με το μέρος του Μαρσύα, του σπουδαίου μουσικού, ο οποίος ηττήθηκε σε μουσικό διαγωνισμό από τον Απόλλωνα και τιμωρήθηκε σκληρά: γδάρθηκε ζωντανός αφού κρεμάστηκε σε δέντρο, και από το δέρμα του κατασκευάστηκε ασκός. Ο μύθος και στις δύο περιπτώσεις λειτουργεί ως μεταφορά, ως υπαινιγμός για να φανεί με τρόπο εξωλογικό η στάση του ποιητή απέναντι στη δημιουργία, η οποία είναι ταυτόσημη με την έξαρση, τον έρωτα. Η δημιουργία, άλλωστε, φέρνει στο φως το καινούργιο, το πρωτότυπο, αυτό που μεταφέρει συναίσθημα και ιδέες.
Ο ποιητής πότε τρυφερά πότε με πιο δόκιμο τρόπο, ο οποίος όμως δεν στερεί από τον λόγο του την ικμάδα της σκέψης, αναφέρεται στην αγάπη, τον πόθο, τον έρωτα αλλά και στη μνήμη, στο γρήγορο πέρασμα του χρόνου, στο εφήμερο και στον θάνατο. Οι λέξεις δίνουν διέξοδο στο εσωτερικό ηφαίστειο, στην αγάπη για τη ζωή, για κάθε τι μικρό και ασήμαντο. Η συναισθηματική συνομιλία με τα μέρη, αλλά και το όλον καταλήγει σ' ένα διαρκές ταξίδι αναζήτησης.
 http://www.biblionet.gr/images/covers/b143592.jpg
Ο Παντελής Μπουκάλας, έπειτα από δέκα χρόνια- το 1999 είχε κυκλοφορήσει η ποιητική συλλογή του Οπόταν πλάτανος -, επανέρχεται με τη συλλογή Ρήματα (Εκδόσεις Άγρα 2009), μια συλλογή που ακουμπά στα δημοτικά τραγούδια και σε λαϊκά στοιχεία της παράδοσής μας, εκείνα κυρίως που προβάλλουν τις συναισθηματικές και «ιδεολογικές» επιλογές του δημιουργού. Ο ποιητής πότε τρυφερά πότε περισσότερο ακαδημαϊκά- χωρίς όμως να χάνεται η ικμάδα της σκέψης και του λόγου- «μιλά» για την αγάπη, τον πόθο, τον έρωτα, αλλά και για τη δύναμη της μνήμης, το γρήγορο πέρασμα του χρόνου, το εφήμερο και τον θάνατο, δίνοντας έτσι στο έργο του υπαρξιακές πινελιές. Γι΄ αυτό άλλωστε οι αντιθέσεις και οι αναγραμματισμοί είναι πολλοί.

Οι λέξεις δίνουν διέξοδο στο εσωτερικό ηφαίστειο, στην αγάπη του ποιητή για τη ζωή, για κάθε τι μικρό και ασήμαντο. Η συναισθηματική «συνομιλία» με τα μέρη, αλλά και το όλον, καταλήγει σ΄ ένα διαρκές ταξίδι αναζήτησης.

Το παιχνίδι με τις λέξεις γίνεται η αντανάκλαση ενός άλλου παιχνιδιού, πιο μοιραίου και άρα συνεχώς επαναλαμβανόμενου:

αυτού ανάμεσα στη ζωή και τον θάνατο, αν και ο τελευταίος «δεν υποκορίζεται», ενώ οι εναλλαγές στη χρήση της στίξης, ακόμα κι όταν αυτή καταργείται, οδηγούν στη σιωπή ή τη συνέχιση του ποιήματος και της δημιουργίας στο διηνεκές.
Η ποίηση του Παντελή Μπουκάλα, στιβαρή, κινείται άνετα ανάμεσα στην παράδοση και το μοντέρνο, το πειθαρχημένο και το απείθαρχο, ενώ ορίζει το ατομικό και το συλλογικό μέσω της χρήσης των μύθων.
Και η ποίηση, η καλή ποίηση, "συμβαίνει", όπως "απλώς συμβαίνει η αγάπη. / Οπως συμβαίνει η θάλασσα".  
Χρύσα Σπυροπούλου

Τετάρτη 17 Νοεμβρίου 2010

Τύπου “Εθνικής Εορτής”…

Από το "Ποντίκι"

Τη μέρα αυτή που διάλεξα
εδώ μπροστά σας να σταθώ
τραγούδια και μισόλογα
στο φως να καταθέσω

Πώς πήρα τέτοια απόφαση
δεν ξέρω αν θ' αντέξω
η μέρα αυτή θυμίζει μακελειό

Νοέμβρης ήταν η χρονιά
κι εδώ γινόταν του χαμού
εγώ ήμουν δεκαεννιά
κι αυτή εβδομηντατρία

Και να που ερωτεύτηκα
κάποια χρονολογία
κι ο έρωτας κρατάει για καιρό

Μα έχει ο καιρός γυρίσματα
μεγάλωσε κι αυτή κι εγώ
μεγάλωσαν κι οι φίλοι μου
εκεί γύρω στα σαράντα

Στα κόμματα γαντζώθηκαν
κι εγώ δεν ξέρω τι να πω
και άλλοι στο σπιτάκι τους για πάντα

Η απόσταση μας έσωσε
μα οι θύμησες πληγώνουν
και λέμε σαν βρισκόμαστε
τα ίδια και τα ίδια

Μα νιώθω σαν μικρό παιδί
που πάλι το μαλώσανε
και φεύγω σε μια άγονη επαρχία

Κοιτάζω πάλι πίσω μου
δυο γιους απόκτησα κι εγώ
δεκαεφτά Νοέμβρηδες
μου βάρυναν την πλάτη

Σημαίες και γαρύφαλλα
εμπόριο κι απάτη
και λόγοι επισήμων στο κενό

Κρατάω το στόμα μου κλειστό
τα χείλη μου ματώσανε
κι αυτοί που μας προδώσανε
ανέραστοι να μείνουν

Κουφάλες δεν ξοφλήσαμε
αυτό έχω μόνο να τους πω
τα όνειρα των εραστών δε σβήνουν

Διονύσης Τσακνής

Τρίτη 9 Νοεμβρίου 2010

Έκτωρ Κακναβάτος

http://blogs.sch.gr/tgiakoum/files/2010/08/kaknavatos2.jpg
Το Διοικητικό Συμβούλιο της Εταιρείας Συγγραφέων με λύπη του πληροφορήθηκε τον θάνατο του ιδρυτικού μέλους της Εταιρείας, Έκτορα Κακναβάτου. Ο Έκτωρ Κακναβάτος ήταν από τους πιο ένθερμους σύγχρονους συνεχιστές του ριζοσπαστικού πνεύματος του υπερρεαλισμού. Αν το έργο του Ανδρέα Εμπειρίκου και του Νίκου Εγγονόπουλου, ήταν πρότυπό του, εξίσου προδρομική υπήρξε η ποίηση του Κωστή Παλαμά και του Οδυσσέα Ελύτη.
Από τα μόνιμα και βασικά στοιχεία που τον ξεχωρίζουν μέσα στον κορμό των ποιητών του μεταπολέμου, είναι  ο υψηλός και συχνά αναπεπταμένος τόνος του, όπως και ο εξαιρετικά διαπεραστικός και παλλόμενος ενορατικός του λόγος. Έργα του, Fuga (1943)· Διασπορά (1961)· Η κλίμακα του λίθου (1964)· Τετραψήφιο (1971)· Τετραψήφιο με την έβδομη χορδή (1972)· Διήγηση (1974)· Οδός Λαιστρυγόνων (1978)· Ανάστιξη του θρύλου για τα νεφρά της πολιτείας (1981)· Τα μαχαίρια της Κίρκης (1981)· In perpetuum (1983)· Κιβώτιο ταχυτήτων (1987). Πριν από λίγο καιρό είχαν επανεκδοθεί σε ένα τόμο τα συγκεντρωμένα Ποιήματα του.
Ο Έκτωρ Κακναβάτος γεννήθηκε στον Πειραιά το 1920, σπούδασε μαθηματικά και εργάστηκε στην Μέση Εκπαίδευση. Υπήρξε μέλος του φοιτητικού του  ΕΑΜ. Μετά  τον πόλεμο και κατά τη διάρκεια του εμφυλίου συνελήφθη και κλείστηκε σε στρατόπεδο συγκέντρωσης. Το 1944,σε συνεργασία με τον ποιητή Δ.Π. Παπαδίτσα, δημοσίευσαν στο περ. Νεανική Φωνή το άρθρο «Μια θέση και μια έφοδος», που θεωρήθηκε ένα είδος μανιφέστου των τότε νέων ποιητών. Στη δεκαετία του 1980 είχε τη θέση του εκπαιδευτικού συμβούλου στο Υπ. Παιδείας. Ήταν ιδρυτικό μέλος και στη διετία 1984-1986 αντιπρόεδρος της Εταιρείας Συγγραφέων.
Η κηδεία του θα γίνει την Πέμπτη 11 Νοεμβρίου 2010, στις 15.30 στο νεκροταφείο του Κόκκινου Μύλου.
(ανακοίνωση του Δ.Σ. της Εταιρείας Συγγραφέων)

Χάθηκες μέσα σε κάτι άσπρο



Η φλόγα κόρωσε μόλις αγγίξανε δυο σύμφωνα
ο δρόμος στένευε με λέξεις ψόφιες
που μυρίζανε.
Χάθηκες μέσα σε κάτι άσπρο.

Τοίχοι, αφίσες, η πρώτη τού μονόπρακτου:
ΘΑΝΑΤΟΣ  ΠΑΝΤΕΠΟΠΤΗΣ.
Σκεφτόμουνα πλάι σε ρουμπινέτα
το πρόβλημα του Αίγισθου:
διαβήτες, Κληταιμήστρες, τρίγωνα
τα τσιγάρα που μου τέλειωσαν
το πρόβλημα της αποχέτευσης
σε διαμερίσματα Ερινύων
το δυσκίνητο λεωφορείο
ΑΝΩ ΛΟΙΣΑ-ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ
το κοφτερό τσεκούρι
η μόνη λύση σε Μυκήνες.

Κόφτο λοιπόν να τελειώνουμε.

Πέμπτη 22 Ιουλίου 2010

Ο άνθρωπος μόνος

http://www.biblionet.gr/images/covers/b139290.jpg
Είμαι ανεβασμένος σε μια σκάλα
και κοιτώ τον κόσμο
πίσω από το φράχτη.
Σκοπεύω για τους συνανθρώπους μου
τούτης της όχθης
της άλλης να φωτογραφίσω τα μεράκια
ό,τι κινείται δηλαδή με σχετική ζωηράδα:
καΐκια φευγαλέα φώτα γιορτών πλοίων
σεκλέτια αφραγκίες και μεζεκλίκια
ανθρώπους αξεδιάλυτους των μπαρ
τους ίδιους καθώς τρέχουν να κρυφτούν
σε υπόστεγα θυέλλης κηδειών γάμων
πολιτικής αντάρας
κι άλλα
της οπτασίας
της Ιστορίας
τρεχάτα γεγονότα
αλλά πάνω στη σκάλα
σα να τα βλέπω τώρα επί ματαίω
τρέμουν τα γόνατα
και πρέπει να κατέβω
μ΄ένα μονάχα δίλημμα:
ήταν η σκάλα μου ασταθής
ή οι εικόνες άστατες
και δεν φωτογραφίζονται.

Σάββατο 10 Ιουλίου 2010

Τίποτα άλλο δε θα σου ζητήσω

Τίποτα άλλο δε θα σου ζητήσω
Μόνο λίγο να φυσήξεις
στο ερειπωμένο ιστιοφόρο της μνήμης
Να θυμηθώ
και να σε ταξιδέψω.

Υ.Γ. Έξω βρέχει
Αν σκύψεις
Εδώ που γράφω
Θα ακούσεις…

Πέμπτη 24 Ιουνίου 2010

Του έρωτα μέγα κακό


Του έρωτα μέγα κακό
σπαράζεις τους ανθρώπους
Με ματωμένους κόπους
αυτοί που αγάπησαν ξεχνούν
Με ματωμένους κόπους
αυτοί που αγάπησαν πενθούν
για όλη τους τη ζωή

Αχ Δέσποινά μου παρακαλώ
το βέλος σου που είναι χρυσό
- λυπήσου με και ποτέ
μη μου σημαδέψει την ψυχή
Με τη βαμμένη την αιχμή
στον πόθο βαφτισμένη
Ας είναι ευλογημένη
η σωφροσύνη των θεών
- που με κρατεί
αυτόν που αγαπώ μην τον πληγώσω
Ω εσύ ξόρκι των ερώτων των κρυφών
από στάχτη παρθένων εραστών
φύλαγέ με, ποτέ έρωτα μη νιώσω

Το ξέρω καλά μη μου το λες σε είδα
δεν έχεις πόλη ούτε πατρίδα
- δεν έχεις φίλο για να γιάνει
στην δυστυχία σου να σκύψει με φροντίδα

Κι αν η Κατάρα πιάνει -
τέτοιο κακό να πάθει
όποιος στο πλάι μου μ' αγάπη δεν εστάθη

Κυριακή 20 Ιουνίου 2010

Close Cover


«Μα πως περπατάς επί των κυμάτων;» ρώτησα.
«Έχασα το δρόμο» μου λέει.

Πέμπτη 10 Ιουνίου 2010

Η αγάπη είναι ο φόβος



Η αγάπη είναι ο φόβος που μας ενώνει με τους άλλους
Όταν υπόταξαν τις μέρες μας και τις κρεμάσανε σα δάκρυα
Όταν μαζί τους πεθάνανε σε μιαν οικτρή παραμόρφωση
Τα τελευταία μας σχήματα των παιδικών αισθημάτων
Και τι κρατά τάχα το χέρι που οι άνθρωποι δίνουν;
Ξέρει να σφίγγει γερά εκεί που ο λογισμός μας ξεγελά
Την ώρα που ο χρόνος σταμάτησε και η μνήμη ξεριζώθηκε
Σα μιαν εκζήτηση παράλογη πέρα από κάθε νόημα;
(κι αυτοί γυρίζουν πίσω μια μέρα χωρίς στο μυαλό μια ρυτίδα
βρίσκουνε τις γυναίκες τους και τα παιδιά τους μεγάλωσαν
πηγαίνουνε στα μικρομάγαζα και στα καφενεία της συνοικίας
διαβάζουνε κάθε πρωί την εποποιία της καθημερινότητας.)
Πεθαίνουμε τάχα για τους άλλους ή γιατί έτσι νικούμε τη ζωή
Ή γιατί έτσι φτύνουμε ένα-ένα τα τιποτένια ομοιώματα
Και μια στιγμή στο στεγνωμένο νου τους περνά μιαν ηλιαχτίδα
Κάτι σα μια θαμπή ανάμνηση μιας ζωικής προϊστορίας.
Φτάνουμε μέρες που δεν έχεις πια τι να λογαριάσεις
Συμβάντα ερωτικά και χρηματιστηριακές επιχειρήσεις
Δε βρίσκεις καθρέφτες να φωνάξεις τ' όνομά σου
Απλές προθέσεις ζωής διασφαλίζουν μιαν επικαιρότητα
Ανία, πόθοι, όνειρα, συναλλαγές, εξαπατήσεις
Κι αν σκέφτομαι είναι γιατί η συνήθεια είναι πιο προσιτή από την τύψη.
Μα ποιός θα' ρθει να κρατήσει την ορμή μιάς μπόρας που πέφτει;
Μανόλης Αναγνωστάκης