Σε λίγο η αίθουσα ερημώθηκε, ησύχασε. Μόνο, πότε πότε, ακουγόταν πάνω στη σκηνή ένα ανεπαίσθητο σούρσιμο ανάμεσα στις κουρτίνες
Τάκης Κουφόπουλος
"Ο ηθοποιός"

Τρίτη, 29 Μαρτίου 2011

Δευτέρα, 28 Μαρτίου 2011

Τι είναι η κριτική;


Το μοντέλο κοινωνικής κριτικής και ριζοσπαστικής πολιτικής που προωθείται από τους Michael Hardt και Antonio Negri στην Αυτοκρατορία και στο Πλήθος καλεί σε μια ολική ρήξη με τη νεωτερικότητα και στην επεξεργασία μιας μεταμοντέρνας προσέγγισης. Κατά τη γνώμη τους, μια τέτοια ρήξη είναι απαραίτητη λόγω των κρίσιμων μετασχηματισμών που υφίστανται οι κοινωνίες μας από τις τελευταίες δεκαετίες του 20ού αιώνα. Αυτές οι αλλαγές, που είναι συνέπειες της διαδικασίας της παγκοσμιοποίησης και των μετασχηματισμών της παραγωγικής διαδικασίας, που έχουν δεχτεί την επίδραση των αγώνων των εργατών, μπορούν σχηματικά να συνοψισθούν ως εξής:
   1. Η κυριαρχία έχει πάρει μια νέα μορφή που αποτελείται από εθνικούς και υπερεθνικούς οργανισμούς οι οποίοι συνδέονται με μια κοινή περί αρχής λογική. Αυτή η νέα μορφή παγκόσμιας κυριαρχίας, την οποία αποκαλούν «Αυτοκρατορία», έχει αντικαταστήσει το στάδιο του ιμπεριαλισμού που βασιζόταν στην προσπάθεια των εθνών κρατών να επεκτείνουν την κυριαρχία τους πέρα από τα σύνορά τους. Σε αντίθεση με αυτό που συνέβη στο στάδιο του ιμπεριαλισμού, η σημερινή Αυτοκρατορία δεν διαθέτει εδαφικό κέντρο εξουσίας και καθορισμένα σύνορα· είναι ένας αποκεντρωμένος και απεδαφοποιημένος μηχανισμός κυριαρχίας που σταδιακά ενσωματώνει ολόκληρη την παγκόσμια επικράτεια με ανοιχτά και διευρυνόμενα σύνορα.
   2. Αυτός ο μετασχηματισμός ανταποκρίνεται, όπως λένε, στο μετασχηματισμό του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής στον οποίο ο ρόλος του βιομηχανικού εργοστασίου έχει ελαττωθεί και η προτεραιότητα έχει δοθεί στην επικοινωνιακή, συνεργατική και συναισθηματική εργασία. Στη μετα-μοντερνοποίηση της παγκόσμιας οικονομίας, η δημιουργία πλούτου τείνει προς τη βιοπολιτική παραγωγή. Το αντικείμενο κυριαρχίας της αυτοκρατορίας είναι η κοινωνική ζωή στην ολότητά της, παρουσιάζοντας μια παραδειγματική μορφή βιοεξουσίας.
   3. Γινόμαστε μάρτυρες του περάσματος από μια «κοινωνία πειθαρχίας» σε μια «κοινωνία ελέγχου», που χαρακτηρίζεται από ένα νέο παράδειγμα εξουσίας. Στην κοινωνία της πειθαρχίας, που ανταποκρίνεται στην πρώτη φάση της καπιταλιστικής συσσώρευσης, η εντολή κατασκευάζεται μέσα από ένα διάχυτο δίκτυο διαρρυθμίσεων ή μηχανισμών που παράγουν και ρυθμίζουν τα ήθη, τις συνήθειες και τις παραγωγικές πρακτικές με τη βοήθεια πειθαρχικών θεσμών όπως οι φυλακές, το εργοστάσιο, το άσυλο, το νοσοκομείο, τα σχολεία και άλλα. Η κοινωνία του ελέγχου αντιθέτως είναι μια κοινωνία στην οποία οι μηχανισμοί εντολών καθίστανται εμμενείς του κοινωνικού πεδίου, κατανεμημένοι στα μυαλά και τα σώματα των πολιτών. Οι τρόποι κοινωνικής ενσωμάτωσης και αποκλεισμού εσωτερικεύονται όλο και περισσότερο μέσω μηχανισμών που οργανώνουν απευθείας τα μυαλά και τα σώματα. Αυτό το νέο παράδειγμα εξουσίας είναι βιοπολιτικής φύσης. Αυτό που διακυβεύεται άμεσα είναι η παραγωγή και αναπαραγωγή της ίδιας της ζωής.
   4. Ο Hardt και ο Negri υποστηρίζουν ότι οι έννοιες της «μαζικής διανόησης», της «άυλης εργασίας» και της «γενικής διάνοιας», μας βοηθούν να συλλάβουμε τη σχέση μεταξύ κοινωνικής παραγωγής και βιοεξουσίας. Ο κεντρικός ρόλος που πρότερα κατείχε η εργατική εξουσία των εργατών στα εργοστάσια και στην παραγωγή της υπεραξίας, σήμερα συμπληρώνεται όλο και περισσότερο από διανοητική, άυλη και επικοινωνιακή εργατο-εξουσία. Η φιγούρα της άυλης εργασίας, που συμπλέκεται με την επικοινωνία, τη συνεργασία και την αναπαραγωγή των συναισθημάτων, καταλαμβάνει μία όλο και περισσότερο κεντρική θέση στο σχήμα της καπιταλιστικής παραγωγής.
   5. Εφόσον, κατά το πέρασμα στη μετανεωτερικότητα και τη βιοπολιτική παραγωγή, η εργατική εξουσία κατέστη όλο και περισσότερο συλλογική και κοινωνική, ένας νέος όρος είναι απαραίτητος για να αναφερθούμε σε αυτόν τον συλλογικό εργάτη, το «Πλήθος». Ο Hardt και ο Negri πιστεύουν ότι το πέρασμα στην Αυτοκρατορία ανοίγει τον δρόμο σε νέες προοπτικές για την απελευθέρωση του Πλήθους. Βλέπουν την κατασκευή της Αυτοκρατορίας σαν μια απάντηση στις διάφορες μηχανές εξουσίας και τους αγώνες του Πλήθους. Το Πλήθος, λένε, δημιούργησε την Αυτοκρατορία και την παγκοσμιοποίηση στο βαθμό που προκαλεί μια πραγματική απεδαφοποίηση των προηγούμενων δομών εκμετάλλευσης και ο έλεγχος είναι προϋπόθεση της απελευθέρωσης του Πλήθους. Οι δημιουργικές δυνάμεις του Πλήθους που συντηρούν την Αυτοκρατορία είναι ικανές για τη δημιουργία μιας αντι-αυτοκρατορίας μίας εναλλακτικής πολιτικής οργάνωσης των παγκόσμιων ροών των συναλλαγών και της παγκοσμιοποίησης, ούτως ώστε να τις αναγνωρίσει και να τις κατευθύνει προς νέους σκοπούς.
 
   Σε αυτό το σημείο αξίζει να παρουσιάσουμε τη δουλειά του Paolo Virno, ώστε να συμπληρώσουμε την εικόνα. Οι αναλύσεις του Virno στο βιβλίο του Η γραμματική του πλήθους, συνδέονται άμεσα και με πολλούς τρόπους με αυτές των Hardt και Negri, χωρίς να λείπουν ωστόσο και σημαντικές διαφορές. Για παράδειγμα, ο Virno είναι πολύ λιγότερο αισιόδοξος για το μέλλον. Ενώ ο Hardt και ο Negri έχουν ένα μεσσιανικό όραμα σχετικά με τον ρόλο του πλήθους, το οποίο αναγκαία θα καταρρίψει την Αυτοκρατορία εγκαθιστώντας μιαν «Άμεση Δημοκρατία», ο Virno βλέπει τις τρέχουσες εξελίξεις ως ένα αμφίρροπο φαινόμενο και αναγνωρίζει τις νέες μορφές υποταγής και επισφαλειοποίησης1 που είναι χαρακτηριστικές του μετα-φορντικού σταδίου. Είναι αλήθεια πως οι λαοί δεν είναι τόσο παθητικοί όσο πριν, αλλά αυτό συμβαίνει γιατί έχουν μετατραπεί σε ενεργούς πράττοντες της ίδιας τους της επισφαλειοποίησης. Έτσι, αντί να ερμηνεύσει τη γενίκευση της άυλης εργασίας ως έναν τύπο «αυθόρμητου κομμουνισμού», όπως ο Hardt και ο Negri, ο Virno τείνει να θεωρήσει τον μετα-φορντισμό ως τον «κομμουνισμό του κεφαλαίου». Παρατηρεί ότι σήμερα οι καπιταλιστικές πρωτοβουλίες ενορχηστρώνουν για δικό τους συμφέρον ακριβώς εκείνες τις υλικές και πολιτισμικές συνθήκες που θα μπορούσαν, υπό άλλες συνθήκες, να έχουν στρώσει τον δρόμο για ένα πιθανό κομμουνιστικό μέλλον.

   Όταν περνά στην αντιμετώπιση του ζητήματος της διαδικασίας μέσω της οποίας το Πλήθος θα μπορούσε να απελευθερώσει τον εαυτό του, ο Virno διακηρύττει ότι η μετα-φορντική εποχή απαιτεί τη δημιουργία μιας «Δημοκρατίας του Πλήθους», εννοώντας μια σφαίρα κοινών υποθέσεων που δεν ελέγχονται πλέον από το κράτος. Προτείνει δύο βασικούς όρους-κλειδιά για να συλλάβει τον τύπο πολιτικής δράσης που χαρακτηρίζει το Πλήθος: έξοδος και πολιτική ανυπακοή. Η έξοδος αποτελεί σύμφωνα με τον Virno ένα πλήρως ανεπτυγμένο μοντέλο πολιτικής δράσης, ικανό να αντιμετωπίσει τις προκλήσεις της σύγχρονης πολιτικής. Συνίσταται στη μαζική αποστασία από το κράτος με σκοπό την εξέλιξη του δημόσιου χαρακτήρα της Νόησης έξω από την εργασία και σε αντίθεση μ’ αυτήν. Αυτό απαιτεί τη δημιουργία μιας μη κρατικής δημόσιας σφαίρας και μιας ριζικά νέας δημοκρατίας, πλαισιωμένης με όρους κατασκευής και πειραματισμού, με μορφές μη-αντιπροσωπευτικής και εξω-κοινοβουλευτικής δημοκρατίας οργανωμένης γύρω από συνομοσπονδίες, συμβούλια και σοβιέτ. Η δημοκρατία του Πλήθους εκφράζεται σ’ ένα σύνολο δρώντων μειονοτήτων που ποτέ δεν φιλοδοξούν να μετατραπούν σε πλειοψηφίες και αναπτύσσουν μια εξουσία που αρνείται να γίνει κυβέρνηση. Ο τρόπος ύπαρξής της είναι η «συντεταγμένη/αρμονική δράση» κι ενώ τείνει στην αποσύνθεση της υπέρτατης εξουσίας, δεν είναι προδιατεθειμένη να γίνει κράτος στη θέση της. Γι’ αυτό και η πολιτική ανυπακοή πρέπει να χειραφετηθεί από τη φιλελεύθερη παράδοση, εντός του πλαισίου της οποίας συνήθως εντοπίζεται. Στην περίπτωση του Πλήθους δεν σημαίνει πλέον την αγνόηση ενός συγκεκριμένου νόμου επειδή δεν συμμορφώνεται στις αρχές του Συντάγματος. Αυτό θα αποτελούσε έναν ακόμα τρόπο επίδειξης πίστης στο Κράτος. Αυτό που θα έπρεπε να αποτελεί διακύβευμα είναι μια ριζική ανυπακοή, που θα θέτει υπό αμφισβήτηση την ίδια την ισχύ του Κράτους να διατάσσει.

   Όσον αφορά τον τρόπο με τον οποίο οραματίζονται τον τύπο πολιτικής δράσης που ταιριάζει καλύτερα στην απελευθέρωση του Πλήθους, δεν υπάρχει, κατά τη γνώμη μου, καμία ουσιαστική διαφορά ανάμεσα στον Virno και τους Hardt και Negri, οι οποίοι επίσης στηρίζουν την εγκατάλειψη και την έξοδο. Υποστηρίζουν ότι, εφόσον στην Αυτοκρατορία δεν υπάρχει πλέον κάτι το εξωτερικό, ο αγώνας θα πρέπει να λαμβάνει τη μορφή της εναντίωσης σε κάθε τόπο. Αυτό το «είναι ενάντια» είναι γι’ αυτούς το κλειδί σε κάθε πολιτική θέση στον κόσμο και το Πλήθος πρέπει να αναγνωρίζει την ιμπεριαλιστική κυριαρχία ως τον εχθρό και να ανακαλύψει επαρκή μέτρα ανατροπής της εξουσίας της. Ενώ κατά την εποχή της πειθαρχίας, το σαμποτάζ ήταν η βασική μορφή αντίστασης, υποστηρίζουν ότι κατά την εποχή του ιμπεριαλιστικού ελέγχου —η βασική μορφή αντίστασης— θα έπρεπε να είναι η εγκατάλειψη. Και πράγματι μέσω της εγκατάλειψης, μέσω της εκκένωσης των τόπων της εξουσίας, πιστεύουν πως οι μάχες ενάντια στην Αυτοκρατορία θα μπορούσαν να κερδηθούν. Η εγκατάλειψη και η έξοδος είναι γι’ αυτούς μια αποτελεσματική μορφή ταξικής σύγκρουσης ενάντια στον ιμπεριαλιστικό μεταμοντερνισμό.
   Άλλο ένα σημείο συμφωνίας έχει να κάνει με την αντίληψή τους για τη δημοκρατία του Πλήθους. Ομολογουμένως, ο Virno ποτέ δεν χρησιμοποιεί τον όρο «απόλυτη δημοκρατία», αλλά και στις δύο περιπτώσεις βρίσκουμε μιαν απόρριψη του μοντέλου της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας και την εγκαθίδρυση ενός απόλυτου διαχωρισμού ανάμεσα στο πλήθος και τον λαό. Το πρόβλημα με την έννοια του λαού, σύμφωνα με αυτούς, είναι ότι αναπαριστάται ως μία ολότητα με μία θέληση και ότι είναι συνδεμένος με την ύπαρξη της Αυτοκρατορίας. Το πλήθος, αντιθέτως, αποφεύγει ηθελημένα την πολιτική ενότητα. Δεν είναι αντιπροσωπεύσιμο γιατί αποτελεί μια μοναδική πολλαπλότητα2. Αποτελεί ένα ενεργό υποκείμενο αυτο-οργάνωσης που δεν μπορεί ποτέ να επιτύχει το στάτους ενός νομικού προσώπου ή να συμπτυχθεί σε μια γενική βούληση. Είναι αντι-κρατικό και αντι-λαϊκό. Ο Virno, όπως και ο Hardt και ο Negri, υποστηρίζει πως η δημοκρατία του πλήθους δεν μπορεί να συλληφθεί πλέον με όρους κυρίαρχης αυθεντίας αντιπροσωπευτικής του λαού και ότι νέες μορφές δημοκρατίας μη-αντιπροσωπευτικές είναι αναγκαίες.
   Για να συνοψίσουμε, θα μπορούσαμε να πούμε ότι σύμφωνα με αυτό το μοντέλο, η δραστηριότητα της κριτικής ανταποκρίνεται σε μια μορφή άρνησης, που συνίσταται στην αποχώρηση από τους υπάρχοντες θεσμούς...
Περιοδικό Ένεκεν τχ. 19

Σάββατο, 26 Μαρτίου 2011

Μαρία Φέρλα-Μπέικου

Μπέικου, Μαρία 

Αφού με ρωτάτε, να θυμηθώ..

Καστανιώτη, 2010. - 268σ .

Γεννήθηκα στην Ιστιαία της Εύβοιας. Στον πόλεμο βρίσκομαι στην Αθήνα, φοιτήτρια της Ιατρικής. Οργανώνομαι και δουλεύω παράνομα με τον Λεωνίδα Κύρκο στο πανεπιστήμιο. Συλλαμβάνεται ο αδερφός μου. Οδηγείται στις φυλακές.

Παρά την αντίθεση των γονιών μου, κατατάσσομαι στον ΕΛΑΣ. Λαχταρώ να πολεμήσω με το όπλο στο χέρι. Η πρώτη μου μάχη είναι στο Καρπενήσι. Ξέρω ότι αμύνομαι, δεν θέλω να κάνω κακό σε κανέναν, απέναντί μου όμως είναι ο εχθρός. Σημαδεύω και πυροβολώ. Φοβάμαι. Καταλαβαίνω στο πρόσωπο του διπλανού μου τι σημαίνει σύντροφος. Κόβω την κοτσίδα μου για να παρελάσω στην απελευθέρωση. Παραδίδω το όπλο μου στη Βάρκιζα.

Παντρεύομαι τον Γεωργούλα Μπέικο.

Ξαναπιάνω το ντουφέκι για να αμυνθώ, δεύτερη φορά, με τον Δημοκρατικό Στρατό. Το αφήνω, ηττημένη πια, στα αλβανικά σύνορα και φεύγω περνώντας στο άγνωστο. Τρομάζω.

Ζω είκοσι επτά χρόνια στη Σοβιετική Ένωση. Φοιτήτρια στο Ινστιτούτο Κινηματογραφίας της Μόσχας, στην τάξη του Μιχαήλ Ρομ, με το συμφοιτητή και πολύ καλό φίλο μου Αντρέι Ταρκόφσκι. Σκηνοθετούμε από κοινού τους "Φονιάδες" του Χέμινγουεϊ. Δουλεύω ως εκφωνήτρια στον Ραδιοφωνικό Σταθμό της Μόσχας. Είκοσι επτά χρόνια χωρίς ιθαγένεια. Ψάχνω κάποιον ν' ακούσει την ιστορία μου. Τη λέω παντού.

Η επιστροφή. Επιστρέφω στην Ελλάδα με την τέφρα του Γεωργούλα, σαν την Ηλέκτρα. Η Ελλάδα. Στα όνειρά μου βλέπω ακόμα ότι τρέχω στα βουνά. Πατρίδα μου είναι όλα αυτά.

Η Μαρία Φέρλα-Μπέικου γεννήθηκε το 1925 την Ιστιαία και στον πόλεμο βρέθηκε να σπουδάζει την Ιατρική στην Αθήνα. Εκεί οργανώνεται και μπαίνει στην παρανομία, μαζί με τον Λεωνίδα Κύρκο. Έζησε μια ζωή σαν αληθινό μυθιστόρημα: ΕΠΟΝ, αντίσταση, ΕΛΑΣ, Δεκεμβριανά, κατάθεση των όπλων μετά τη Συνθήκη της Βάρκιζας, ο γάμος με τον έρωτα της ζωής, τον αγωνιστή και σπουδαίο δημοσιογράφο Γεωργούλα Μπέικο το 1945, η σύλληψή του το 1946, κακουχίες, φυματίωση, η κατάταξη στον Δημοκρατικό Στρατό και η φυγή στην ΕΣΣΔ, τον Αύγουστο του 1949. Όταν φτάνει πια στην Τασκένδη, ο άντρας της έχει ήδη καταδικαστεί σε ισόβια και ο αδερφός της βρίσκεται στην εξορία. Το 1952 επιλέγεται για τη θέση της εκφωνήτριας στον ελληνόφωνο ραδιοφωνικό σταθμό της Μόσχας, Εδώ Μόσχα. Την επόμενη χρονιά θα φοιτήσει στο Ινστιτούτο Κινηματογράφου, με καθηγητή τον Μιχαήλ Ρομμ και συμφοιτητή τον Αντρέι Ταρκόφσκι, τον οποίο και θα παντρέψει με την Ίρμα Ράους. Μια βαθιά φιλία και συνεργασία που φέρνουν σαν αποτέλεσμα μια διασκευή του φιλμ «Οι φονιάδες» του Ερνεστ Χέμινγουέι. Βαφτίζει και τον γιο τους Αρσένι. Θα ξαναδεί τον άντρα της το 1961, ο οποίος έχει καταφέρει να μεταβεί στη Μόσχα. Το 1975, με τη Μεταπολίτευση, η Μαρία Μπέικου επιστρέφει στην Ελλάδα για να ξαναπάρει την ιθαγένεια. Όταν μετά από 25 χρόνια θα πάρει το ελληνικό διαβατήριο και θα γυρίσει στη Μόσχα, η ζωή θα της παίξει το χειρότερο παιχνίδι αφού ο Γεωργούλας έχει ήδη πεθάνει. Έκτοτε, επιστρέφει με τις στάχτες του ζει στην Ελλάδα και ασχολείται με το θέατρο.
«Το Νοέμβριο του '45 παντρεύτηκα τον Γεωργούλα. Γνωριστήκαμε στον ΕΛΑΣ και το Μάουζερ που κρατούσα ήταν δώρο δικό του. Ενιωσα το πρώτο ερωτικό σκίρτημα όταν ο κατοπινός συζυγός μου μού πρόσφερε ένα όπλο! Ο ρομαντισμός είχε συνδεθεί και με τη στρατιωτική πειθαρχία. Είχαμε δώσει λόγο τιμής να ολοκληρώσουμε τη σχέση όταν απελευθερωθούμε. Αυτό που μας έκαιγε την καρδιά ήταν η νίκη: να διώξουμε το μισητό εχθρό και ν' αλλάξουμε τον κόσμο». 
Το σημερινό ΚΚΕ πώς σας φαίνεται;
  • «Δεν ξέρω πια πώς να το χαρακτηρίσω. Αυτά μάλιστα που λέει τελευταία για τον Στάλιν μου φαίνονται σαν κωμωδία. Επέστρεψα από την ΕΣΣΔ το 1975. Δεν πρόλαβα ζωντανό τον άντρα μου και έκτοτε δεν με ενδιαφέρει τίποτα πια. Μου έμεινε μόνο μια βαθιά πικρία».
Μετανιώσατε για τους αγώνες σας;
  • «Καθόλου κι αυτό γιατί δεν υπήρχε επιλογή. Μετά τη διάσπαση ο άντρας μου ακολούθησε το ΚΚΕ εσωτερικού. Μέσα σε μια νύχτα του αφαίρεσαν όλα τα προνόμια, μέχρι και τον τηλέτυπο. Πικράθηκα πολύ και απομακρύνθηκα. Νιώθω αριστερή. Ο Μαρξ επιστρέφει, θυμηθείτε το. Στη θεωρία του θα πατήσει το καινούριο που θα γεννηθεί για ν’ αλλάξει τον κόσμο προς το καλύτερο».

Ένα τουφέκι ήταν το δώρο του αρραβώνα μου , Ελευθεροτυπία

Μαρία Μπέικου, ζωή σαν μυθιστόρημα, tvxs

Μαρία Μπέικο, lifo

Παρασκευή, 25 Μαρτίου 2011

Μέσα από τις Φλόγες

Όταν ο συμβολαιογράφος Λέμπελ (Ρεμί Ζιράρντ) διαβάζει στη Ζαν (Μελίσα Ντεσορμό-Πουλέν) και στον Σιμόν (Μαξίμ Γκοντέτ) τη διαθήκη της μητέρας τους, Νάουαλ (Λούμπνα Αζαμπάλ), τα δίδυμα έκπληκτα παίρνουν τους φακέλους που άφησε εκείνη, έναν για τον πατέρα τους, που πιστεύανε ότι ήταν νεκρός, κι έναν για τον αδερφό τους, του οποίου την ύπαρξη δεν γνώριζαν. Σε αυτή την αινιγματική κληρονομιά η Ζαν πιστεύει θα βρει την απάντηση για την ανεξήγητη σιωπή της μητέρας της τις τελευταίες εβδομάδες της ζωής της. Αποφασίζει να ταξιδέψει στη Μέση Ανατολή για να αναζητήσει την ιστορία της οικογένειάς της, για την οποία φαίνεται ότι δεν γνωρίζει τίποτα. Ο Σιμόν δεν συγκινείται από τα μεταθανάτια παιχνίδια που παίζει η μητέρα του, αλλά η αγάπη για την αδερφή του είναι πολύ δυνατή και σύντομα θα την ακολουθήσει για να ανακαλύψουν την αλήθεια για τη Νάουαλ - μια γυναίκα πολύ διαφορετική από εκείνη που γνώριζαν ως μητέρα τους. Με τη βοήθεια του Λέμπελ, τα δίδυμα ενώνουν τα κομμάτια της ιστορίας της γυναίκας που τους έφερε στον κόσμο, ανακαλύπτοντας την τραγική της μοίρα, σημαδεμένη από τον πόλεμο και το μίσος αλλά και τη γενναιότητα μιας εξαιρετικής γυναίκας.
Ένα κι ένα κάνουν ένα σε αυτήν τη χρονικά πολύπλοκη, κινηματογραφικά γενναιόδωρη δημιουργία του Καναδού Ντενί Βιλνέβ, την ταινία που έπρεπε να είναι η νικήτρια στο φετινό ξενόγλωσσο Όσκαρ, μαζί με τον Κυνόδοντα. Πρόκειται για μια διασκευή θεατρικού έργου που κρύβει τόσο καλά την καταγωγή του, ώστε είναι να απορεί κανείς πώς απεικονίστηκαν στο σανίδι εντελώς visual σκηνές, όπως, για παράδειγμα, η ανατριχιαστική επίθεση των χριστιανών σε ένα λεωφορείο γεμάτο άμαχους Μουσουλμάνους, κατά τη διάρκεια του 16ετούς θρησκευτικού εμφύλιου στον Λίβανο.
Η ζωή της Νάουαλ Μαρουάν ξεδιπλώνεται με φλασμπάκ γεμάτα ένταση, από την τραυματική εμπειρία της όταν είδε τον εραστή να πέφτει νεκρός από συγγενικές σφαίρες και να μένει ντροπιασμένη και μόνη στο σπίτι για να γεννήσει το πρώτο τους παιδί, μέχρι τον εφιάλτη της στη φυλακή ως πόρνη νούμερο 72 και τη μοιραία συνάντηση σε μια πισίνα στον Καναδά που αποτελεί το κλειδί των συγκλονιστικών αποκαλύψεων που καλούνται να βρουν, πρώτα η κόρη της και μετά ο δίδυμος αδελφός της. Η αφήγηση γίνεται σχεδόν παράλληλα, με τέλεια χρήση της χρονικής τοποθέτησης και της συναισθηματικής ταύτισης από τον Βιλνέβ. Ένα πολύ δύσκολο έργο με σοβαρότατο στοχασμό για τη θέση της οικογένειας σε μια σπαραγμένη κοινωνία, το Μέσα από τις φλόγες λειτουργεί ως αρχαιοελληνική τραγωδία με όρους πολέμου. Είναι τρομερά καλά παιγμένο από τους ηθοποιούς, μεταφέρει βαθιά συγκίνηση, δεν φωνασκεί πολιτικά, αν και η καθαρότητα της ματιάς της μας οδηγεί στο συμπέρασμα της βεβαιότητας για τις θέσεις της, και αποτελεί το πρόκριμα για σπουδαία πράγματα από τον Βιλνέβ στο μέλλον.

Θ. Κουτσουγιαννόπουλος

Lifo


H Λευτεριά είναι Σχολειό

Ψυχαί μαρτύρων, χαίρετε·
Την αρετήν σας άμποτε
Να μιμηθώ εις τον κόσμον
Και να φέρω την λύραν μου
Με σας να ψάλλω
Ανδρέας Κάλβος
Εις Σούλι
 Το 1821 στην ελληνική ποίηση / ανθολόγηση Ηλίας Γκρης. - 1η έκδ. - Αθήνα : Κέδρος, 2011

Αν ο μόνος σκοπός που αξίζει τον κόπο κανείς να γεννηθεί, είναι η λεφτεριά, και μόλις γεννηθεί του την υποθηκεύσουν τα συμφέροντα, τι άλλο του απομένει αν όχι η επανάσταση;
Μεταξύ δουλείας και δουλείας δεν υπάρχει καμμιά διαφορά.
Με το να κάμεις μιαν επανάσταση κι αποτινάξεις το ζυγό, δεν έκαμες τίποτα.
Το ‘21 αυτό έκαμε. Το να μην ξαναεμπέσεις σε ζυγό-αυτό είναι επανάσταση.
Γιάννης Σκαρίμπας - Το 1821 και η αλήθεια

Πέμπτη, 24 Μαρτίου 2011

Επί του πολιτικού

Γιατί να ασχοληθούμε με τη Σαντάλ Μουφ σήμερα και γιατί συγκεκριμένα εδώ, στην Ελλάδα; Αυτά τα δύο ερωτήματα είναι ίσως τα βασικότερα από αυτά που καλείται να απαντήσει ένα αφιέρωμα σαν και αυτό που ακολουθεί στις σελίδες του παρόντος τεύχους του Ένεκεν. Η δημιουργία αυτού του αφιερώματος στη γνωστή Βελγίδα θεωρητικό της ριζοσπαστικής δημοκρατίας, σχεδιάστηκε επ’ αφορμή της κυκλοφορίας του τελευταίου της βιβλίου, με τίτλο Επί του πολιτικού, και στα ελληνικά από τις εκδόσεις Εκκρεμές σε μετάφραση Αλέξανδρου Κιουπκιολή. Στο πλαίσιο αυτό φιλοξενούμε τη μετάφραση ενός πρόσφατου άρθρου της Μουφ που πλαισιώνεται από δύο κριτικά δοκίμια σχετικά με το έργο της από τον μεταφραστή των βιβλίων της στα ελληνικά και λέκτορα στο τμήμα Πολιτικών Επιστημών του ΑΠΘ, Αλέξανδρο Κιουπκιολή και τον αναπληρωτή καθηγητή στο ίδιο τμήμα και δοκιμιογράφο Νικόλα Σεβαστάκη.
   Το παρόν σύντομο εισαγωγικό σημείωμα φιλοδοξεί να αποτελέσει μία εύληπτη κριτική εισαγωγή στον συλλογισμό της Μουφ —ένα τρόπον τινά πρώτο σκαλί μετάβασης στο πεδίο κριτικού διαλόγου που συνθέτουν τα κείμενα που ακολουθούν— εστιάζοντας σε κεντρικές έννοιες που αναδεικνύονται στο έργο της και επιχειρώντας μία πρώτη σύνδεση με τις τρέχουσες πολιτικοκοινωνικές εξελίξεις1.
   Αλλά ας επιστρέψουμε στο αρχικό μας ερώτημα: γιατί να ασχοληθούμε με ένα έργο πολιτικής θεωρίας σαν κι αυτό της Μουφ; Τι μπορούμε να αποκομίσουμε από αυτό, σήμερα ειδικά που ο χώρος της φιλοσοφίας και της θεωρίας φαίνεται να απαξιώνεται περνώντας σταδιακά σε δεύτερη μοίρα; Μετά από το πρώτο «μούδιασμα» που ίσως να προκαλεί στον περισσότερο κόσμο (εντός και εκτός ακαδημαϊκών αιθουσών, εντός και εκτός πολιτικών χώρων κ.ο.κ.) ο τρέχων εγχώριος και διεθνής δημοσιονομισμός, αυτή η σκοτεινή ομπρέλα του «δεν υπάρχει άλλη λύση», που τείνει να σκεπάσει κάθε περιθώριο δημιουργικού, ανατρεπτικού και ριζοσπαστικού θεωρητικοπολιτικού στοχασμού (και αναστοχασμού) ανάγοντας τέτοιου είδους προσπάθειες σε περιττές «ακαδημαϊκίστικες πολυτέλειες» ή ακόμα και «διανοουμενισμό», η ανάγκη θεωρητικοποίησης και ανάλυσης της τρέχουσας κοινωνικοπολιτικής και οικονομικής πραγματικότητας προβάλει ξανά αποκτώντας ιδιαίτερα κρίσιμη σημασία. Απέναντι στις κατηγορίες για «αναχώρηση» από το πεδίο της (πολιτικής) δράσης και ενός κάποιου πραξιακού βολονταρισμού, που ενδέχεται να προσάπτουν ορισμένοι κύκλοι σε τέτοιες τάσεις, καλό θα ήταν να θυμόμαστε ότι και η παραγωγή (χρήσιμης αναλυτικά) θεωρίας είναι τελικά (πολιτική) πράξη/δράση και σε ορισμένες περιπτώσεις μάλιστα εξόχως ριζοσπαστική. Όπως σημειώνει και η Μουφ, η πολιτική θεωρία «έχει να παίξει έναν ιδιαίτερα κρίσιμο ρόλο στην κατανόηση της σημερινής δυσάρεστης κατάστασής στην οποία έχουμε περιέλθει»2, και άρα μας βοηθά να την αλλάξουμε, θα συμπληρώναμε εμείς παραφράζοντας τη γνωστή φράση του Μαρξ. Μέσα από μία τέτοια επίπονη προσπάθεια, μέσα από την τριβή με μια θεωρία που δεν φοβάται να «λερώσει τα χέρια της» στο πεδίο της πολιτικής και κοινωνικής πραγματικότητας, οι απαντήσεις τελικά δεν είναι απίθανο να αρχίσουν να προκύπτουν αβίαστα καθώς αρχίζουμε να κάνουμε σταδιακά κάποια βήματα κατανόησης και κριτικής ανταλλαγής εντός, αλλά και (βασικότερα) εκτός της τρέχουσας ηγεμονικής πλαισίωσης. Αφού ξεφύγουμε έστω και λίγο από τον ασφυκτικό εναγκαλισμό του σημερινού ηγεμονικού λόγου της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης. Προς τούτη την κατεύθυνση είναι που μας παροτρύνει να κινηθούμε το έργο της Μουφ, παρέχοντάς μας και τα ανάλογα χρήσιμα εφόδια· προς την κατανόηση της ενδεχομενικής και άρα επισφαλούς φύσης του σημερινού παγιωμένου πολιτικοκοινωνικού και οικονομικού παγκόσμιου συστήματος νοήματος· των αποκλεισμών εναλλακτικών δυνατοτήτων που οδήγησαν σε αυτή την παγίωση και τελικά την επεξεργασία των προοπτικών διεξόδου από αυτό το σύστημα προς τη θεμελίωση μιας νέας ηγεμονίας στη βάση ενός συλλογικού σχεδίου χειραφέτησης στηριζόμενου στις κεντρικές στο έργο της αρχές: «ισότητα και ελευθερία για όλους».
   Αλλά πριν/και για να επικεντρωθούμε στην επικαιρότητα του έργου της Μουφ, όπως βεβαίως και μιας συγκεκριμένης τάσης της σύγχρονης (ριζοσπαστικής) πολιτικής θεωρίας που καθορίζεται από το πρόταγμα της «ριζοσπαστικής και πλουραλιστικής δημοκρατίας»3, νομίζω πως θα ήταν ιδιαίτερα χρήσιμο να αποτολμήσουμε μια σύντομη, σχηματική εισαγωγή στο εννοιολογικό/ορολογικό σύμπαν και σε ορισμένα βασικά πυρηνικά στοιχεία που συνθέτουν την επιχειρηματολογία της Μουφ.
   Έχουμε να κάνουμε με ένα έργο λοιπόν για την υπεράσπιση των αμφισημιών και των παραδοξοτήτων της σύγχρονης δημοκρατίας, που ασκεί κριτική τόσο στο φιλελεύθερο «νεο-συμβολαιακό μοντέλο» της δίκαιης κοινωνίας του Τζον Ρωλς, όσο και στο «διαβουλευτικό μοντέλο» δημοκρατίας του Γιούργκεν Χάμπερμας4, αλλά και στον Τρίτο Δρόμο που ευαγγελίζονται ο Άντονι Γκίντενς και ο Ούλριχ Μπεκ 5. Ωστόσο, τα «βέλη» της κριτικής της Μουφ κατευθύνονται εξίσου και προς τις νεο-μαρξιστικές προσεγγίσεις (βλ. Χαρτ και Νέγκρι, ή Βίρνο) που προτάσσουν το όραμα μιας «απόλυτης δημοκρατίας» και την άνοδο του «αμεσοπολιτικού», παρακάμπτοντας με διαφορετικό τρόπο την ανεκρίζωτη διάσταση του ανταγωνισμού στις ανθρώπινες κοινωνίες και προβάλλοντας έτσι μιαν ακόμη όψη του μεταπολιτικού οράματος6. Η προσήλωση στη συναίνεση και η απομάκρυνση από τη συγκρουσιακή διάσταση της πολιτικής με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο, όπως υποστηρίζει η Μουφ, εγκυμονεί σοβαρούς κινδύνους για τη δημοκρατία. Η διολίσθηση για παράδειγμα διαφόρων ευρωπαϊκών σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων τα τελευταία χρόνια προς τον χώρο του (νεο)φιλελεύθερου κέντρου7 έχει αφήσει ανοιχτό τον χώρο για την άνοδο της λαϊκιστικής ακροδεξιάς, άνοδος που σε πολλές περιπτώσεις συνοδεύεται από ξενοφοβία, ρατσισμό, βία και όχι μόνο.
   Η δημοκρατία, σύμφωνα με τη Μουφ, πρέπει να γίνεται κατανοητή ως η νομιμοποίηση και μετουσίωση του πολιτικού ανταγωνισμού, και όχι ως ένα σύστημα επίτευξης συμβιβασμών και «μέσων λύσεων», ως ένα σύστημα παραγωγής συναινέσεων —ούτε βεβαίως και ως ένα σύστημα του οποίου την απόλυτη πραγμάτωση, ένα τελικό «κλείσιμο», θα έπρεπε να περιμένουμε ή/και να επιδιώκουμε. Η συναίνεση (τουλάχιστον με την τρέχουσα ηγεμονική μορφή της) στην πολιτική χαρακτηρίζεται ως ανεπιθύμητη, αφού «η Δημοκρατία νομιμοποιεί τον πολιτικό ανταγωνισμό και ποτέ δεν υπόσχεται την τελική του επίλυση»8, μιας και η τελική του επίλυση συνεπάγεται και την έξοδο από το πολιτικό, την αυτοδιάψευση της Δημοκρατίας. Τα τελευταία χρόνια, σύμφωνα με τη Μουφ η (σοσιαλιστική και σοσιαλδημοκρατική) Αριστερά έχει συμφιλιωθεί με τη σημασία του πλουραλισμού και των φιλελεύθερων δημοκρατικών θεσμών, αλλά ταυτόχρονα εγκατέλειψε και κάθε προσπάθεια μετασχηματισμού της κυρίαρχης ηγεμονικής τάξης (order)9. Αντιθέτως έχει μετατραπεί σε «καλολαδωμένο γρανάζι» της τάξης αυτής. Και οι συνέπειες αυτής της μετακίνησης: θεοποίηση της συναίνεσης, εξασθένιση της διάκρισης Αριστερά-Δεξιά, μετακίνηση προς το κέντρο, ατόνηση ή/και δαιμονοποίηση του πολιτικού ανταγωνισμού. Και το βασικό ερώτημα επομένως που προκύπτει σύμφωνα με τη Μουφ είναι το εξής: Πώς θα μπορούσε η πολιτική θεωρία να συμβάλει στην υπέρβαση του τωρινού αδιεξόδου;
   Εκείνο που αντιπροτάσσει είναι αυτό που ονομάζει «αγωνιστικό πλουραλισμό» (agonistic pluralism), τον οποίο συγκρίνει και αντιπαραβάλλει με τις διαφορετικές μορφές του «διαβουλευτικού μοντέλου» δημοκρατίας (deliberative democracy), που περιγράφονται στα έργα των Ρωλς και Χάμπερμας, όπως και σε οποιαδήποτε θεωρία «τρίτου δρόμου» (Γκίντενες-Μπεκ) και θέτει απέναντι στο όποιο συναινετικό-διαχειριστικό μοντέλο εν γένει...

Γιώργος Κατσαμπέκης

Περιοδικό "Ένεκεν"


Τετάρτη, 23 Μαρτίου 2011

Μιλώ για τα παιδιά μου και ιδρώνω...

Η ελληνική μετανάστευση τον 19ο και τον 20ό αιώνα υπήρξε συνδεδεμένη με τις κοινωνικοοικονομικές διακυμάνσεις της ελληνικής υπανάπτυξης και τους ποικίλους καταναγκασμούς, αλλά και την αντίστοιχη κοινωνικοπολιτική βιομηχανική και αναπτυξιακή τροχιά των χωρών υποδοχής και ουδόλως ερμηνεύεται με βάση το ιδεολόγημα της φυσικής ροπής του Έλληνα προς την περιπέτεια 
και την ξενιτιά.
Οι Ελληνες μετανάστες (χωρίς γενικεύσεις) υπήρξαν κι αυτοί θύματα αποκλεισμών, προκαταλήψεων, βιαιοτήτων, εχθρικής αντιμετώπισης κ.λπ.
Στις οργανώσεις του απόδημου ελληνισμού ως συνεκτικός δεσμός των Ελλήνων μεταναστών, όπου γης, κυριαρχούν η Εκκλησία, αλλά και η ελληνική γλώσσα, η παιδεία και οι παραδόσεις. Στις οργανώσεις υπήρξαν ιδιοτέλειες, εσωτερικές συγκρούσεις για τον έλεγχό τους, διαφορετικές στρατηγικές ως προς τις σχέσεις που επεδίωκαν με τη χώρα υποδοχής και με την Ελλάδα.
Η ζωή των Ελλήνων στις χώρες υποδοχής παρουσίασε πολλές αντιστοιχίες με τη ζωή των μεταναστών στη χώρα μας, αφού και εκεί υπήρξαν τα ζητήματα νόμιμης ή παράνομης εγκατάστασης, νόμιμης ή μαύρης εργασίας, ενσωμάτωσης ή αποκλεισμού, ακόμα και διωγμών.
Θανάσης Βασιλείου
http://www.biblionet.gr/images/covers/b160181.jpg 
Συλλογικό έργο. Οι δρόμοι των Ελλήνων : Η ιστορία των ελληνικών κοινοτήτων στις πέντε ηπείρους / Συλλογικό έργο, Βλάσης Αγτζίδης, Γιώργος Γιακουμής, Αλέξανδρος Κιτροέφ, Κώστας Λουκέρης, Κυριακή Πετράκη, Αναστάσιος Μ. Τάμης · επιμέλεια Κώστας Λουκέρης, Κυριακή Πετράκη. - 2η έκδ. - Αθήνα : Polaris, 2010. - 480σ. · 24x20εκ.
Οι Έλληνες δεν υπήρξαν ποτέ περιορισμένοι σ' έναν γεωγραφικό χώρο. Κοσμοπολίτες εκ φύσεως ή από ανάγκη συνθέτουν έναν γαλαξία ελληνικών κοινοτήτων σ΄ όλες τις ηπείρους. Όταν όμως μιλάμε για τις ελληνικές κοινότητες ανά τον κόσμο δεν εννοούμε και μια ενιαία ιστορική καταβολή ή θεσμική συγκρότηση. Οι Έλληνες των ΗΠΑ, π.χ.,ιστορικά έχουν λίγα κοινά με τους Κατωιταλιώτες Γκρεκάνους. Οι ελληνόφωνοι μουσουλμάνοι του Πόντου στη σημερινή Τουρκία έχουν ελάχιστα κοινά με τους Ελληνοαιθίοπες. Oι ελληνικές μειονότητες στην Αλβανία ή στην Τουρκία δεν είναι κοινότητες μεταναστών αλλά γηγενείς.

Η εξαίρετη αυτή έκδοση αποτελεί τη συνισταμένη των διαφορετικών εκδοχών του ελληνισμού, όπως διαμορφώθηκαν στο πέρασμα του χρόνου. Συνιστά μια εποπτεία της ελληνικής παρουσίας στις πέντε ηπείρους, εστιάζοντας σε κάθε περιοχή - σε κάποιες για πρώτη φορά - στα χαρακτηριστικά της μετανάστευσης, την κοινοτική οργάνωση και ζωή, στην παιδεία και τον πολιτισμό. Οι δρόμοι των Ελλήνων μας οδηγούν από το μύθο της ναυτολόγησης των Χιωτών ναυτικών από τον Κολόμβο να βρεθούμε στο λιμάνι του Ρίο, ακούγοντας τα σχόλια των ντόπιων "οι Έλληνες συνεδριάζουν" την ώρα που καρέκλες εκσφενδονίζονται από τα γραφεία της κοινότητας των ευέξαπτων μεταναστών, να διαβάσουμε το εικοσαγράμματο αλφάβητο των Ελλήνων κομμουνιστών της Σοβιετικής Ένωσης, να φτάσουμε στη μακρινή Μαντζουρία, όπου οι ντόπιοι κοιτάζουν απορημένοι κάποιους "περίεργους" να βουτάνε το καταχείμωνο στις τρύπες του πάγου για να πιάσουν ένα σταυρό και να παρακολουθήσουμε στην αυστραλιανή ενδοχώρα τις εξαντλητικές μετακινήσεις, τις στερήσεις, την πείνα και τις αρρώστιες των πρωτοπόρων Ελλήνων.

Χωρίς φτιασιδώματα και πομπώδεις εξάρσεις και με την ανάλογη δόση νοσταλγίας, μυστηρίου, θαυμασμού και αναζήτησης, η μοναδική αυτή έκδοση καταγράφει τις ιστορικές καταβολές και τη σημερινή κατάσταση των ελληνικών κοινοτήτων στον κόσμο.
http://www.biblionet.gr/images/covers/b105183.jpg 
Κασόλας, Μήτσος. Η άλλη Αμερική : Ή αυτή την καμήλα θα τη φας ή απ' αυτό το χωριό θα φύγεις, το ψωμί είναι στρογγυλό, κυλάει πάντα στην κόψη του γκρεμού: Καλώς ορίσατε στις ΗΠΑ / Μήτσος Κασόλας. - Αθήνα : Καστανιώτη, 2006. - 360σ. · 22x13εκ.
"... μες στα μετάξια κρύβονταν της Ίντιας οι σκορπιοί ..." (Nίκος Kαββαδίας).
Όταν ετούτο το χρονικό -χωρίς τη σημερινή απαραίτητη εισαγωγή του, κάποια σχόλιά του και επίσης κάποιες κριτικές και επιστολές υπέρ και κατά του βιβλίου- είδε το φως της δημοσιότητας επί Xούντας σε συνέχειες στην εφημερίδα "Tα Nέα" (1972) και απέσπασε ως βιβλίο το A΄ Kρατικό Bραβείο (το 1974, με εισηγητές για τη βράβευσή του τον Nικηφόρο Bρεττάκο και τον Eυάγγελο Παπανούτσο), από την πρώτη στιγμή το υποδέχτηκαν διθυραμβικά πολλοί κριτικοί, εφημερίδες, περιοδικά, πνευματικοί άνθρωποι και χιλιάδες αναγνώστες. Aρνητικά, με ύβρεις, αναθεματισμούς και απειλές, το υποδέχτηκαν όλοι "της Ίντιας οι σκορπιοί": τα ράσα της Aρχιεπισκοπής Aμερικής και όλοι οι συν αυτή παράγοντες της Oμογένειας. Oι πάντα φορούντες φαιά και πράττοντες πάντα φαιά για τα άθλια συμφέροντά τους. Όμως το βιβλίο, παρά τις καταγγελίες τους, τις διαστρεβλώσεις τους, τις μηνύσεις τους, δεν το νίκησαν. Άντεξε όλα αυτά τα χρόνια και αντέχει, και ως γραφή και ως περιεχόμενο. Kαι θεωρείται πια κλασικό βιβλίο στο είδος του: μαρτυρία μιας ολόκληρης εποχής, που τη βιώσαμε και τη βιώνουμε ακόμα...
http://www.biblionet.gr/images/covers/b74328.jpg
Papanikolas, Zeese. Αμοιρολόιτος : Ο Λούις Τίκας και η σφαγή στο Λάντλοου / Ζήσης Παπανικόλας · μετάφραση Πελαγία Μαρκέτου · επιμέλεια σειράς Αλέκα Μπουτζουβή. - Αθήνα : Κατάρτι, 2002. - 403σ. · 22x15εκ. 
"Θα αφηγηθώ μιαν αναζήτηση, προσωπική, πειραματική κάποιες φορές, στα θραύσματα της ζωής ενός ανθρώπου, κάποιου συνδικαλιστή που τον έλεγαν Λούις Τίκας, ο οποίος σκοτώθηκε σε συμπλοκή στο Λάντλοου του Κολοράντο, στις 20 Απριλίου του 1914. Δεν ήταν ο πιο σημαντικός από τους ηγέτες των ανθρακορύχων στη μεγάλη απεργία ούτε ο μόνος που σκοτώθηκε στο Λάντλοου. Ας γίνει, λοιπόν, ο εκπρόσωπος μιας ολόκληρης γενιάς εργατών μεταναστών, οι οποίοι στα χρόνια πριν από τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο βρέθηκαν παγιδευμένοι ανάμεσα στην πραγματικότητα της βιομηχανικής Αμερικής και στις ελπίδες τους για μια καλύτερη ζωή. Ανώνυμη γενιά, χέρια για τα εργοστάσια, άνθρωποι της αξίνας και του φτυαριού, κάποιοι ανάμεσά τους συνδικαλιστές, όπως ο Τίκας. Και ακόμη άνθρωποι χωρίς βιογραφία. [...]

Κάθε ελληνική οικογένεια έχει και τον ξενιτεμένο της. Έλληνες βρίσκονται σε κάθε γωνιά του πλανήτη, ενσωματωμένοι μετά από χρόνια στις χώρες υποδοχής. Στις μέρες μας δεν μιλάμε για τον ρατσισμό που αντιμετώπισαν στην ξένη γη.
Τα τέλη της δεκαετίας του 1880 και μετά σημαδεύονται από μεταναστευτικά κύματα υπερπόντιων προορισμών Αυστραλίας και Αμερικής.
Στις ΗΠΑ των αρχών του 20ού αιώνα υπήρχαν πινακίδες οι οποίες εκτός των Ιρλανδών, των μαύρων Αμερικανών απαγόρευαν την είσοδο και στους Έλληνες.
Την περίοδο 1955-1973 περισσότεροι από 900.000 Έλληνες έφυγαν για τις χώρες της βιομηχανικής Δύσης. Στα τέλη του 1965 200.000 απ' αυτούς ήταν στην Γερμανία και στα τέλη του '76 ο αριθμός τους φτάνει στους 630.000!!
Ταυτόχρονα πέρα από τους οικονομικούς μετανάστες περίπου 35.000 έλληνες βρίσκονται πολιτικοί πρόσφυγεςστα Βαλκάνια και την πρώην ΕΣΣΔ.

Σήμερα οι απόδημοι Έλληνες-οικονομικοί μετανάστες και επιστήμονες-κατά τη Γενική Γραμματεία Απόδημου Ελληνισμού ξεπερνάνε κατά πολύ τα 4.000.000.

Στις μέρες μας ένα νέο κύμα οικονομικών μεταναστών έχει εμφανιστεί, με διαφορετικά χαρακτηριστικά . Είναι οι νέοι Έλληνες επιστήμονες, μορφωμένοι, πτυχιούχοι, μεταπτυχιακοί , εξειδικευμένοι που αναζητούν εργασία εκτός συνόρων.
Η Ιστορία επαναλαμβάνεται... 
Όπου γης λοιπόν....

Του Μιχάλη και της Άννας,  που χάραξαν έναν δρόμο
του Χρήστου και της Έλενας, που ακολούθησαν
του Μιχάλη και της Δήμητρας που ετοιμάζονται
αλλά και της Αιμιλίας που τόσα χρόνια παλεύει.

Τρίτη, 22 Μαρτίου 2011

Ain't No Sunshine

Δευτέρα, 21 Μαρτίου 2011

Αγέλαστος πέτρα

Η Αγέλαστος Πέτρα (2000) είναι ένα ντοκιμαντέρ του σκηνοθέτη Φίλιππο Κουτσαφτή. Το κυρίως θέμα της ταινίας είναι η Ελευσίνα. Τα γυρίσματα της ταινίας διήρκεσαν 10 χρόνια. Η ταινία ακολουθεί τις ζωές ορισμένων κατοίκων της Ελευσίνας. Καθημερινοί, απλοί άνθρωποι παρελαύνουν μπροστά από τον φακό απαθανατίζοντας έτσι το κομμάτι της Ελευσίνας που κρατάνε μέσα τους. Η ταινία βραβεύτηκε στο 41ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Θεσσαλονίκης. 
Μια περιπλάνηση δέκα σχεδόν χρονών στην Ελευσίνα, μια γνωριμία με τους κατοίκους της, ένας φόρος τιμής στην ιερότητα της , η καταστροφή που έφερε η εκβιομηχάνισή της.
 Είδος: Ντοκιμαντέρ
Σκηνοθεσία: Φίλιππος Κουτσαφτής
Σενάριο: Φίλιππος Κουτσαφτής
Παραγωγή: Φίλιππος Κουτσαφτής
Μουσική: Κωνσταντίνος Βήτα
Μοντάζ: Πολυχρόνης Θεοχάρης
Φωτογραφία: Φίλιππος Κουτσαφτής
Πρώτη προβολή: 16/2/2001
Διάρκεια: 87'
Η Αγέλαστος Πέτρα είναι το πρόσωπο της θεάς Δήμητρας που βάζει τα κλάματα με αυτά που αντικρίζουν τα μάτια της, καθώς κάθεται να ξαποστάσει από την πολύχρονη αναζήτηση της Περσεφόνης( κόρη της). Είναι η μνήμη των ελευσίνιων μυστηρίων μια τελετή ελπίδας και γαληνής, ώστε οι μυημένοι να ενωθούν με τη ροη της ζωής και να αντιμετωπίσουν τον ερχομό του θανάτου. Είναι ένας κύκλος ζωής και εξιλέωσης όπου ενώνονται προσωπικές ιστορίες και μνήμες ανθρώπων διαφορετικών, από μακρινές μεταξύ τους εποχές. Είναι ένα κομμάτι της ψυχής μας κατεστραμμένο ανεπανόρθωτα από μια ανάπτυξη χωρίς προσανατολισμό, από μια ψευδαίσθηση ευημερίας που τη σκεπάζουν οι φλόγες των διυλιστηρίων και οι μυρωδιές των πετρελαίων, από μια έλλειψη παιδείας απόλυτα καταστροφική καθώς δεν πρόκειται ποτέ να δούμε τη διαδρομή-πορεία που έκανα οι μύστες, ώστε να επικοινωνήσουν με την ουσία της ψυχής, με τις ρίζες του πολιτισμού. Είναι οι ευθύνες που έχουμε όλοι μας γιατί χωρίς ντροπή, χωρίς ένοχες και γεμάτοι αλαζονεία αφήνουμε καθημερινά τους "άξεστους" να ασελγήσουν πάνω στον χρόνο, πάνω στη μνήμη, πάνω στη καρδιά ενός λαού.
Είναι το θειο δώρο που μας χαρίζει ο Φίλιππος Κουτσαφτής ώστε να ανακαλύψουμε για ένα απειροελάχιστο δευτερόλεπτο έναν εαυτό που έχουμε χάσει μέσα στα γρανάζια της καθημερινότητας. Είναι η ταπεινότητα,η λιτότητα, η μεγαλοσύνη των εικόνων του που προσπαθούν να αποκρυπτογραφήσουν τη πορεία μας μες στο χρόνο καθώς μέσω της Ελευσίνας αντικρίζουμε τον εαυτό μας, της επιλογές μας, τον άνθρωπο που εξακολουθεί να καταστρέφει τα πάντα στο πέρασμα του.
Είναι η πέτρα της θεάς Δήμητρας που δεν πρόκειται να γελάσει ποτέ.
Σύμφωνα με το μύθο, η ομορφιά της Περσεφόνης θάμπωσε τον πανίσχυρο θεό του σκότους Πλούτωνα. Η γη άνοιξε και την κατάπιε. Αναζητώντας την, η Δήμητρα κατέφυγε στην Ελευσίνα.
Ο μύθος της Περσεφόνης
Οι Ελευσίνιοι της έδωσαν να πιει κυκεώνα, ένα ποτό φτιαγμένο από κριθάρι, νερό και δυόσμο. Η θεά όμως απαρηγόρητη έστρεψε το θυμό της στη γη εμποδίζοντας να βλαστήσει οποιοσδήποτε καρπός. Η πόλη απειλήθηκε με λιμό και τότε ο Δίας διέταξε τον Ερμή να φέρει πίσω την Περσεφόνη. Εντέλει αποφασίστηκε η κόρη να ζει έξι μήνες με τη μητέρα της και τους υπόλοιπους στον Αδη. Η Δήμητρα επέτρεψε στη γη της Ελευσίνας να ξανακαρπίσει κι έτσι θεσμοθετήθηκαν τα Ελευσίνια Μυστήρια.
























«Η μόνη μας περιουσία είναι η μνήμη. Η Ελευσίνα είναι ένα αυτούσιο κομμάτι της Ελλάδος. Ίσως πιο κακοποιημένο. Είναι η Ελλάδα στην οποία γυρίσαμε την πλάτη μας. Γι’ αυτό ένοιωσα ότι, ως άνθρωπος και ως πολίτης αυτής της χώρας, οφείλω ένα πολύ μεγάλο συγνώμη.
        Στην Eλευσίνα θα έπρεπε, κανονικά, να πηγαίνουμε με τα γόνατα, όπως στην Παναγιά της Tήνου! Πρέπει να παραδοθείς και με ανιδιοτέλεια να προσεγγίσεις, αληθινά και ειλικρινά, αυτόν τον ιερό χώρο, σημείο και όριο για να δεις τόσο τον κόσμο γύρω σου, όσο και τον εαυτό σου... »
 Φίλιππος Κουτσααφτής

http://www.ianos.gr/uploads/Photos/Thumbs/KOUTSAFTIS.JPG


 Γεννήθηκε το 1950 στη Ζαγορά του Πηλίου. Σπούδασε κινηματογράφο, στην Αθήνα, στη Σχολή Σταυράκου. Νωρίτερα είχε τελειώσει μια σχολή μηχανολογίας. Με τον κινηματογράφο ασχολείται από το 1977, αρχικά ως βοηθός οπερατέρ κι από το 1983 ως διευθυντής φωτογραφίας, το οποίο είναι και το επάγγελμα που δηλώνει.

Έχει κάνει 14 ταινίες μεγάλου μήκους (ανάμεσα σ' αυτές «Τα παιδιά του Κρόνου» του Γ. Κορδά, και η πρώτη ταινία του Δ. Αβδελιώτη «Το δέντρο που πληγώναμε») και αρκετές ταινίες για την τηλεόραση, κυρίως ντοκιμαντέρ, σαν διευθυντής φωτογραφίας.

Η πρώτη του απόπειρα σαν σκηνοθέτης ήταν το 1987 με το ντοκιμαντέρ «Σεμνών Θεών» που αφορούσε μια σωστική ανασκαφή στον Κολωνό. Τα τελευταία χρόνια εργάζεται σαν σχεδιαστής φωτισμών σε θεατρικές παραστάσεις.
http://www.ardin.gr/node/1117 
http://www.imdb.com/title/tt0268898/
Η κάποια ευχαρίστηση που δίνει η ψυχή
η ποίηση του πιο ερημικού κι απαίσιου τοπίου.
Μοιάζει στην ονειροπαρσιά πριν απ' το γλίστρημα στην καθημερινή ζωή
μετά από κάπνισμα οπίου.
Τα μάτια στα παράθυρα αδειανά
ακόμα και τα πιο εφηβικά στοιχεία από το θάμα.
Σεβάστηκα όμως την καρδιά που ήτανε πολύ παλιά
όσο το Ελευσίνιο μυστήριο και το δράμα.
Σημαδιακό το γεγονός στο δέντρο της γενιάς
ακόμα και στα πιο γερά και στέρεα παρακλάδια.
Αλλά παιδιάστικο το πείραμα, κι εντύπωση βαθιάς
του τρόμου το ανεπαίσθητo τα σκοτεινά τα βράδια.
Η τρομερά αταίριαστη τέλεια προσαρμογή
στις πέτρες της οικοδομής και στα σαθρά υπόγεια.
Οι διάδρομοι περίπλοκοι δυσδιάκριτη η ρωγμή
με νοσηρή λεπτομέρεια οι αισθήσεις και τα λόγια.
Το σκότος σαν μια έμφυτη ιδιότητα θετική
ξεχύνεται στο ψυχικό και υλικό τους κόσμο.
Παντοτεινή η θύμιση και τόσο εντατική
που οδηγεί σ' έναν ξέφρενο ιδεαλισμό και φόβο.
Στη νεκρόπολη της Ελευσίνας
Παύλος Σιδηρόπουλος

Κυριακή, 20 Μαρτίου 2011

The King's Speech



Όταν η βασίλισσα Ελισάβετ φτάνει στο σημείο να γίνεται μέλος της διεθνούς κοινότητας μέσω του Facebook, τότε δεν φαίνεται καθόλου περίεργο το λογύδριο του παππού της, βασιλιά Γεώργιου του 5ου, στην ταινία ο Λόγος του βασιλιά, ο οποίος παροτρύνει τον γιο του να εξοικειωθεί γρήγορα με αυτήν τη νέα εφεύρεση, το ραδιόφωνο, ακριβώς για να φτάσει στον υπήκοο. «Γίναμε ηθοποιοί!», αναφωνεί με εμφανή αηδία, κατανοώντας πως η ηγεμονική δραστηριότητα προϋποθέτει ένα παιχνίδι πέραν της διπλωματίας - πειστικές γνώσεις υποκριτικής. Το πρόβλημα του γιου του είναι ο έντονος τραυλισμός, μια σημαντική αδυναμία που τον έχει κάνει να παραλύσει από τρόμο όποτε χρειάζεται, εκτός της άνεσης που του παρέχει η γυναίκα του, να εκφραστεί δημοσίως και ειδικά μπροστά στον δεσποτικό, σκληρό πατέρα του, έναν ηγεμόνα ανυπόμονο, γεμάτο αυτοπεποίθηση και παλιομοδίτικες ιδέες περί ανατροφής και διακυβέρνησης. Κανείς, ωστόσο, δεν μπορεί να τον συναγωνιστεί σε αρχηγικές ικανότητες.
Ούτε ο πρωτότοκος, ο οποίος χαριεντίζεται με τη δις διαζευγμένη και, φευ, Αμερικανίδα εκ Βαλτιμόρης, Ουόλις Σίμπσον, ούτε βέβαια ο δεύτερος στη σειρά του θρόνου Άλμπερτ, γνωστός στον οικογενειακό κύκλο ως Μπέρτι. Παρακάμπτοντας το πρωτόκολλο, η επιτήδεια σύζυγός του (η γνωστή κορακοζώητη βασιλομήτωρ που απεβίωσε σχετικά πρόσφατα, την οποία υποδύεται με γούστο η Έλενα Μπόναμ Κάρτερ) βρίσκει έναν λογοθεραπευτή όταν όλες οι προηγούμενες συμβατικές θεραπείες δεν αποδίδουν. Είναι Αυστραλός, πεισματάρης, ένας αποτυχημένος ηθοποιός που αναλαμβάνει τον Μπέρτι με τους δικούς του όρους. Τον κουράρει στο σπίτι του και χρησιμοποιεί ανορθόδοξες μεθόδους. Αρχικά ανόρεχτος στην ιδέα, απογοητευμένος και τελείως αρνητικός στην ψυχαναλυτική εξομολόγηση σε έναν άγνωστο και κοινό πολίτη, ο πρίγκιπας δέχεται να πάρει κάποια μαθήματα όταν βλέπει ότι ίσως υπάρχει ελπίδα.

Οι πρώτες ενδείξεις εξελίσσονται γρήγορα σε ορατή βελτίωση και το ηθικό του αναπτερώνεται: επιτέλους, μπορεί να αντιμετωπίσει μέρος των προβλημάτων χωρίς να κρύβεται, να κοιτάξει στα μάτια τους άνδρες της οικογένειας χωρίς να αμύνεται με ηττοπάθεια. Και όλα αυτά, μετά από μια σειρά από τεχνικές χαλάρωσης των μυών του προσώπου και ελέγχου του διαφράγματος, όπως ακριβώς κάνουν και οι ηθοποιοί. Αυτό είναι και το δευτερεύον, αλλά σημαντικό θέμα της ταινίας που έχει κερδίσει το κοινό των Φεστιβάλ του Λονδίνου και του Τορόντο, έχοντας ήδη βάλει πλώρη για τα μεγάλα βραβεία της σεζόν που τελειώνει. Για να είσαι ηγέτης, πρέπει να πείθεις, να ξεπερνάς την αγωνία της σκηνής, να χρησιμοποιείς με αποτελεσματικότητα τα new media για να κερδίσεις το κοινό που σε κρίνει αρχικά και πολλές φορές τελεσίδικα για την όψη και όχι για την κόψη του λόγου σου.
Όταν ωθήθηκε να αναλάβει τα ηνία της Αγγλίας, απρόθυμος και εξαιρετικά διστακτικός στην προοπτική πως θα γίνει ρεζίλι για μια δουλειά που ηθικά και δεοντολογικά δεν συμβάδιζε με το πεπρωμένο του (πάντα πίστευε πως ήταν μόνο ένας αξιωματικός του Ναυτικού), ο Άλμπερτ δεν μπορούσε να αποφύγει το κόμπιασμα όταν έφτανε στη λέξη βασιλιάς, γιατί δεν διανοούνταν ότι θα του προσφερόταν ποτέ ο ρόλος αυτός - γιατί περί ρόλου πρόκειται. Ως και ψευδώνυμο δέχθηκε να υιοθετήσει, το Γεώργιος ο 6ος, καθώς ο Τσόρτσιλ τον συμβούλεψε να ξεχάσει το Άλμπερτ επειδή, στα πρόθυρα της γερμανικής επίθεσης, θα ακουγόταν εχθρικό και ξενικό. Άνθρωπος που μεγάλωσε στη σκιά του πατέρα του και φοβόταν κυριολεκτικά τη σκιά του, ο Μπέρτι, απέκτησε έναν πολύτιμο φίλο στο πρόσωπο του Λάιονελ Λογκ.
Το έργο είναι θεατρικό και γράφτηκε βασικά για να υποστηριχτεί από τη διελκυστίνδα των δυο κεντρικών χαρακτήρων. Και είναι αμφότεροι τόσο δυνατοί, που διαγράφεται το μαλθακό τρίτο μέρος της ταινίας, όταν μετά την αποκάλυψη της πραγματικής ιδιότητας του Λογκ λίγο πριν την ενθρόνιση στο Αβαείο του Γουεστμίνστερ, τα γεγονότα υπερισχύουν του δράματος. Η σχέση του Άλμπερτ με τον Λογκ είναι εκκεντρική, παράτυπη και συναρπαστική. Τα απωθημένα τους συναντώνται στην περφόρμανς: ο μέλλων βασιλιάς απελευθερώνεται όταν βρίσκει έναν έμπιστο εξομολόγο, ανθίζει ως ηθοποιός όταν ξεχνάει πως πρέπει να υποδυθεί τον άνδρα, τον πατέρα που οφείλει να πει ιστορίες στα παιδιά του, τον γιο που ο πατέρας υποχρέωσε να μιλάει όταν δεν του ήταν εύκολο και να γίνει δεξιόχειρας, αν και γεννήθηκε ζερβός.
Ο Λογκ είναι στα καλύτερά του όταν στήνει την τεχνική, όταν εκμαιεύει τις φράσεις σκηνοθετώντας, ενώ είναι ανεπαρκής και παιδαριώδης ηθοποιός όποτε πρέπει ο ίδιος να «παίξει». Ο Τζέφρι Ρας στον ρόλο του Λογκ δεν πέφτει κάτω από τις προσδοκίες - είναι υπέροχος, αλλά έχουμε ξαναδεί τα υπέροχα κόλπα του. Ο σκηνοθέτης Τομ Χούπερ, που προέρχεται από την τηλεόραση, δεν είναι απλώς ένας σκηνοθέτης ηθοποιών. Αρκεί να το διαπιστώσουμε από τη συγκλονιστική πρώτη σκηνή, όταν ο Άλμπερτ σκαλώνει στον εναρκτήριο λόγο του σε ένα στάδιο γεμάτο κόσμο, όπου ακούγονται οι ανάσες, ένα χλιμίντρισμα και ο απόκοσμος ρόγχος του.
Ωστόσο, η ταινία ανήκει στον μεγάλο ηθοποιό Κόλιν Φερθ, σε έναν once in a lifetime χαρακτήρα.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ

Σάββατο, 19 Μαρτίου 2011

Η εξέγερση των κομμουνάρων

Η κραυγή του λαού
Ιστορίες από την Παρισινή Κομμούνα,
μετάφραση: Γιάννης Καυκιάς
κείμενα: Βωτρέν
εικονογράφηση: Tardi
ΚΨΜ, 2011
320 σελ.

Ένα λαϊκό εικονογραφημένο μυθιστόρημα από την Παρισινή ΚομμούναΑφιερωμένο στα 140 χρόνια από την Κομμούνα.
Παρίσι 1871. Στη Μητρόπολη των κοινωνικών αναταραχών ξεσπάει η πρώτη κοινωνική επανάσταση, η Κομμούνα.

Οι Κομμουνάροι με διάταγμα, θέτουν υπό τη σημαία της Κομμούνας όλους τους ξένους εθελοντές-ανάμεσά τους, Πολωνοί, Ιταλοί, Ιρλανδοί, ακόμα και Έλληνες- και τονίζουν μέσα από κείμενα και μπροσούρες ότι ο στόχος τους δεν είναι εθνικοαπελευθερωτικός, αλλά ταξικός.
Στόχος του Vautrin, γάλλου συγγραφέα στο μυθιστόρημα του οποίου βασίζεται το βιβλίο, μοιάζει η εξοικείωση του αναγνώστη με τον μύθο που λέγεται Κομμούνα και προκειμένου να πολεμήσει την καταχνιά της λήθης, επιμένει περισσότερο στην απλή εξιστόρηση των σημαντικότερων γεγονότων, παρά στην ανάλυσή τους.

Τη διαδρομή απογειώνει εικαστικά ο κορυφαίος σχεδιαστής κόμικ Tardi κατορθώνοντας ένα πραγματικό ταξίδι στην πρώτη Άνοιξη των λαών. Κινηματογραφιστής πιστός της ιστορίας, ο Ταρντί, παρακολουθεί από κοντά τη δράση των ηρώων του, στους δρόμους, τα οδοφράγματα και τις πλατείες.
... Ο Ζακ Ταρντί, ένας από τους μεγαλύτερους σύγχρονους κομίστες, κατορθώνει ένα θαύμα. Ζωντανεύει όλη την εποχή και έχεις την εντύπωση πως την κινηματογραφεί. Και αυτό σημαίνει τεράστια έρευνα για την εποχή, όχι μονάχα για τα ιστορικά γεγονότα αλλά για την καθημερινή ζωή και τα χρηστικά αντικείμενά της, π.χ. ρούχα, καπέλα, ποτήρια κ.λπ. Στο μόνο που δεν είχε δυσκολία ήταν στην εικονογράφηση του ίδιου του Παρισιού. Το Παρίσι του 1871 είναι ίδιο με το σημερινό. Οι Παριζιάνοι είχαν την τύχη να μη γνωρίσουν την αντιπαροχή. Μπορεί να έχασαν κάποιο διαμέρισμα, αλλά κέρδισαν την πόλη τους. Περιττό να πούμε πως η Παρισινή Κομμούνα αγνοήθηκε όχι μόνο από την επίσημη γαλλική ιστορία, αλλά και από όλες τις αντίστοιχες ιστορίες όλων των ευρωπαϊκών χωρών. Στην Ελλάδα έχουμε μεσάνυχτα. Και από αυτή την άποψη, αυτό το βιβλίο καλύπτει ένα αδικαιολόγητο κενό και ταυτόχρονα δημιουργεί ένα πολιτιστικό γεγονός. Θα προσεχθεί άραγε; Η χώρα μας έχει παράδοση να θάβει ό,τι έχει αξία.
Περικλής Κοροβέσης
http://www.biblionet.gr/images/covers/b47492.jpg
«Το Παρίσι των εργατών με την Κομμούνα του θα γιορτάζεται πάντα σαν δοξασμένος προάγγελος μιας νέας κοινωνίας. Τους μάρτυρές της τους έχει κλείσει μέσα στη μεγάλη της καρδιά η εργατική τάξη. Τους εξολοθρευτές της τους κάρφωσε κιόλας η Ιστορία στον πάσσαλο της ατίμωσης απ' όπου δεν μπορούν να τους λυτρώσουν μήτε όλες οι προσευχές των παπάδων τους».
Καρλ Μαρξ
Η απόπειρα της εργατικής τάξης να πάρει την εξουσία στα χέρια της σε τοπικό επίπεδο, καταργώντας τις συγκεντρωτικές δομές του κράτους. Το πολιτικό πείραμα έλαβε χώρα στο Παρίσι και αποδείχτηκε θνησιγενές. Διήρκεσε 72 ημέρες (18 Μαρτίου-28Μαϊου 1871) και πνίγηκε στο αίμα από την κυβέρνηση του Λουί Τιερ (γνωστός και με το εξελληνισμένο επίθετο Θιέρσος).
Η Κομμούνα αναπτύχθηκε από το πολιτικό κενό που προέκυψε μετά τη συντριπτική ήττα της Γαλλίας στον πόλεμο με την Πρωσία. Στις αρχές του 1871 οι Πρώσοι πολιορκούσαν το Παρίσι και μάλιστα στις 17 Φεβρουαρίου έκαναν θριαμβευτική πορεία στους δρόμους της γαλλικής πρωτεύουσας. Την ίδια μέρα, ο μετριοπαθής δημοκράτης Λουί Τιερ, που είχε αντιταχθεί στον Γαλλοπρωσικό Πόλεμο και είχε κατηγορηθεί ως προδότης, κέρδισε τις εκλογές, μετά την παραίτηση του αυτοκράτορα Ναπολέοντα Γ'.
Το Παρίσι εκείνη την περίοδο ξεχώριζε από την υπόλοιπη Γαλλία για την πολυπληθή του εργατική τάξη, που διεκδικούσε μαχητικά τα δικαιώματά της και το 1864 είχε κερδίσει το δικαίωμα της απεργίας. Το 1866 το Παρίσι αριθμούσε 1.799.980 κατοίκους, το 57% των οποίων εργαζόταν στη βιομηχανία.
Το βράδυ της 17ης Μαρτίου, σε μια προσπάθεια να επιβάλει την εξουσία του στο ανυπότακτο Παρίσι, ο Τιερ αποφάσισε να αφοπλίσει την πόλη για τον φόβο εργατικής εξέγερσης. Στη Μονμάρτη και την Μπελβίλ υπήρχαν 227 κανόνια για την άμυνα της πόλης υπό τον έλεγχο της ριζοσπαστικοποιημένης Εθνοφρουράς. Οι στρατιωτικές δυνάμεις που εστάλησαν δεν κατόρθωσαν να τα καταλάβουν, καθώς κυκλώθηκαν από εθνοφρουρούς και πολίτες. Οι στρατιώτες δεν πυροβόλησαν κατά του πλήθους, αλλά συνέλαβαν τους επικεφαλής τους στρατηγούς Λεκόντ και Τομά, τους οποίους εκτέλεσαν δια τυφεκισμού.
Ο Τιερ, που είχε συνθηκολογήσει με τους Πρώσους, διέταξε το στρατό να εκκενώσει την πόλη, ενώ ο ίδιος κατέφυγε σε ασφαλές καταφύγιο, στο οχυρό των Βερσαλιών, για να μην συλληφθεί. Η Εθνοφρουρά, που είχε εξελιχθεί σε επαναστατική δύναμη, αποφάσισε οι προαποφασισμένες δημοτικές εκλογές να διεξαχθούν στις 26 Μαρτίου. Όλο αυτό το διάστημα ενεργούσε ως κυβέρνηση, με τη βοήθεια των μαρξιστών εργατών της Α' Διεθνούς. Στις 26 Μαρτίου 1871 έγιναν με υποδειγματικό τρόπο οι δημοτικές εκλογές, στις οποίες πήρε μέρος το 50% των Παριζιάνων.
Το Δημοτικό Συμβούλιο που εκλέχθηκε ήταν 92μελές και εγκαταστάθηκε στο Δημοτικό Μέγαρο στις 28 Μαρτίου. Έλαβε την ονομασία «Κομμούνα των Παρισίων» («Commune de Paris») και ανέλαβε τις εξουσίες τις Εθνοφρουράς, εκπροσωπώντας ένα ευρύ ιδεολογικό φάσμα: Δημοκράτες και ριζοσπάστες αστούς, σοσιαλιστές, ανεξάρτητους επαναστάτες, σοσιαλιστές, μαρξιστές και αναρχικούς. Από τη σύνθεσή της είναι προφανές ότι η ηγεσία της Κομμούνας δεν είχε σαφές ιδεολογικό περίγραμμα κι έτσι δεν κατάφερε να λειτουργήσει αποτελεσματικά. Ένα από τα ηγετικά μέλη της Κομμούνας ήταν κι ένας Έλληνας, ο δικηγόρος Παύλος Αργυριάδης από την Καστοριά.
Πρόεδρος της Κομμούνας εξελέγη ο πολιτικός ακτιβιστής Λουί Μπλανκί, ο οποίος, όμως, είχε συλληφθεί στις 17 Μαρτίου από τις κυβερνητικές δυνάμεις. Οι κομουνάροι προσπάθησαν πολλές φορές ανεπιτυχώς να τον απελευθερώσουν, συλλαμβάνοντας ομήρους από την άλλη πλευρά, μεταξύ αυτών και τον αρχιεπίσκοπο των Παρισίων, Ζορζ Νταρμπουά.
Παρά τις αδυναμίες της, το έργο που επιτέλεσε ήταν σημαντικό, ιδιαίτερα στους τομείς της εργασίας και της παιδείας. Στον τομέα της εργασίας είχε τοποθετηθεί επικεφαλής ένας ούγγρος μαρξιστής, ο Λέον Φράνκελ, που πήρε μια σειρά από μέτρα για να ανακουφίσει τους εργάτες και τους μικροαστούς: κολλεκτιβοποίηση βιομηχανιών, χρεοστάσιο στο εμπόριο και τα ενοίκια, κατάργηση της νυχτερινής εργασίας στα αρτοποιεία, απαγόρευση τοκογλυφικών γραφείων και καθιέρωση της δεκάωρης ημερήσιας εργασίας.
Η Επιτροπή Παιδείας υπό τον Βαγιάν προχώρησε στην καθιέρωση της δωρεάν παιδείας και τον χωρισμό κράτους και εκκλησίας, ενώ έλαβε μέτρα φεμινιστικού χαρακτήρα. Στην Επιτροπή Οικονομικών τοποθετήθηκε ένας έντιμος λογιστής, ο Φρανσουά Ζουρντ, ο οποίος αρνήθηκε να «εθνικοποιήσει» την Τράπεζα της Γαλλίας, στερώντας από τους κομμουνάρους πολύτιμο χρήμα για την επιτυχία του αγώνα τους. Πολύ γρήγορα, η προσπάθεια της Κομμούνας αφιερώθηκε στον αγώνα εναντίον των κυβερνητικών δυνάμεων, που εν τω μεταξύ είχαν ενισχυθεί σημαντικά, μετά την αποχώρηση των Πρώσων. Διέθεταν 200.000 άνδρες απέναντι στους 60.000 άνδρες της Κομμούνας. Ο στρατός άρχισε τις επιχειρήσεις για την ανακατάληψη του Παρισιού στις 3 Απριλίου με την πολιορκία της πόλης. Μετά τις πρώτες στρατιωτικές αποτυχίες, η Κομμούνα σκλήρυνε τη στάση της, με την Επιτροπή Κοινής Σωτηρίας που συνέστησε την Πρωτομαγιά του 1871, παρά την αντίδραση των αναρχικών .
Στις 21 Μαϊου οι δυνάμεις του Τιερ μπήκαν στο Παρίσι, όπου συνάντησαν σκληρή αντίσταση από τους κομμουνάρους. Σκληρές μάχες διεξάγονταν από δρόμο σε δρόμο και από γειτονιά σε γειτονιά. Τα ανάκτορα του Κεραμεικού, το Δημαρχείο και το Μέγαρο του Ελεγκτικού Συνεδρίου τυλίχτηκαν στις φλόγες. Ο στρατός προέβη σε μαζικές σφαγές αμάχων και οι Κομμουνάροι απάντησαν με την εκτέλεση 52 επιφανών Παριζιάνων, τους οποίους κρατούσαν ως ομήρους. Ανάμεσά τους, ο αρχιεπίσκοπος της πόλης Ζορζ Νταρμπουά.

Οι κυβερνητικές δυνάμεις επικράτησαν πλήρως στις 28 Μαϊου 1871, έπειτα από μια εβδομάδα άγριων μαχών, που έμεινε στην ιστορία ως «Η Ματωμένη Εβδομάδα» («La semaine sanglante»). Κατά τη διάρκεια των συγκρούσεων 30.000 - 40.000 κομμουνάροι σκοτώθηκαν, ενώ οι απώλειες για τους κυβερνητικούς ανήλθαν σε 1000 άνδρες. Μετά έπιασαν δουλειά τα στρατοδικεία, που εξέδωσαν 10.137 καταδικαστικές αποφάσεις: 93 σε θάνατο, 251 σε καταναγκαστικά έργα και 4586 σε εξορία στο υπερπόντιο νησί της Νέας Καληδονίας. Χιλιάδες, εξάλλου, από τους ηττημένους αναγκάσθηκαν να αυτοεξορισθούν.
Η Γαλλία έζησε υπό στρατιωτικό νόμο έως το 1876, ενώ αμνηστία για όλα τα αδικήματα που διαπράχθηκαν κατά τη διάρκεια της Παρισινής Κομμούνας δόθηκε το 1880. Καταπνίγοντας στο αίμα την επανάσταση των λαϊκών τάξεων του Παρισιού και εξουδετερώνοντας τους μοναρχικούς, το αστικό καθεστώς σταδιακά σταθεροποιείται και επιβάλλεται.
 Ο Λένιν μελέτησε προσεκτικά την Παρισινή Κομμούνα, προκειμένου να διατυπώσει τη θεωρία του για τη δικτατορία του προλεταριάτου και να εφαρμόσει τα διδάγματά της στην Οκτωβριανή Επανάσταση. Για τον αναρχικό Μιχαήλ Μπακούνιν, η Παρισινή Κομμούνα ήταν η «καθαρή άρνηση του κράτους», ενώ αντίθετη ήταν η άποψη ενός άλλου εξέχοντος αναρχικού, του Πιότρ Κροπότκιν, ο οποίος τη θεωρεί ως μια μικρογραφία του κράτους σε τοπικό επίπεδο, αφού δεν τόλμησε να καταργήσει τους θεσμούς του.
 «Η εξέγερση» έργο του Γάλλου ζωγράφου Ονορέ Ντομιέ
Ο αντίκτυπος της Παρισινής Κομμούνας έφθασε και στην Ελλάδα. Το σύνολο των αθηναϊκών εφημερίδων της εποχής τάχθηκε εχθρικά στην Κομμούνα και μόνο η εφημερίδα «Μέλλον» του Δήμου Παπαθανασίου την υπερασπίστηκε. Γράφει ο εκδότης της: «Ναι, χαίρετε οι πρόμαχοι και οσονούπω μάρτυρες των αρχών εφ' ων μόνον δύναται να θεμελιωθή η αληθής, η ακράδαντος, η λαοσώτηρα ελευθερία. Αι αρχαί σας θέλουν καταπνιγή εν τω αίματι και τω πυρί υπό των διαπλέων εκ της απορροφήσεως και του δεσποτισμού κιβδήλων δημοκρατών, αλλ' αι αρχαί σας εισί προωρισμέναι να αναπλάσσουν τα έθνη και τους λαούς».
Ο Μιχάλης Μ. Παπαϊωάννου διέσωσε και αξιοποίησε το αρχείο του «Μέλλοντος» του Δήμου Παπαθανασίου.


«Επιδοκιμάζω τας αρχάς, ουχί και τα πρόσωπα του Δήμου», είπεν ο Βίκτωρ Ουγκώ εν τη τελευταία εκ Βρυξελλών διακηρύξει του. Είχε δίκαιον καθ' εαυτόν ο έξοχος ούτος ποιητής και συγγραφεύς της Γαλλίας. Επισημότης αυτός ων, ήθελεν επισημότητας εν τοις πράγμασιν, ήθελε πάντως, Θιέρς, Γκιζώ, Γραμών, Ρουέ, Δουντανλού, Πελισιέ, Μακμαών, Ολιβιέ, Φάβρους, Σιμών, επί της σκηνής δρώντας. Οι δε εν τη επαναστάσει κατά πρώτον τε εμφανισθέντες και κατόπιν υπό του Δήμου προχειρισθέντες δεν ήσαν τοιούτοι· δεν ήσαν dignitaires ή hommes d' Etat, επισημότητες ή πολιτικοί άνδρες, ως λέγουσι και παρ' ημίν μεστώ στόματι σοβαρευόμενοι πολιτικοί ή βριθιόμενοι δημοσιογράφοι· ήσαν ποταποί τινές και χυδαίοι εργάται, τυχοδιώκται εξόριστοι ή μακρά έτη διανύσαντες εν φυλακαίς· ιδού η ασχήμια, το έγκλημα, η αναξιότης των. Δεν ήσαν στρατάρχαι, κόμητες, βαρώνοι, δούκες πεντακοσιομέδιμνοι, εκ των μυριάδας δηλονότι μεδίμνων συσσωρευόντων και σπαταλώντων από των του λαού ιδρώτων, εκ των μισθούς και συντάξεις, εις εκατομμύρια ανερχομένας νεμομένων, εκ των ανάκτορα και βαρωνίας και γαιών μυριόπλεθρα περιποιησαμένων δι' ας προσήνεγκαν τω δεσποτισμώ δουλικάς υπηρεσίας, ή δι' όσας έστησαν τω παμφάγω δαίμονι Πολέμω εκατομμυριόμβας θησαυρών και ευγενών του Θεού πλασμάτων. Δεν ήσαν τοιούτοι οι αναγορευθέντες άρχοντες του Παρισινού Δήμου. Αλλά... θήτες! ή ζευγίται!... Παλιανθρωπιά, βρωμολαός, ως λέγουσι και παρ' ημίν οι έξοχοι πολιτευόμενοι, οι σοβαροί δημοσιογράφοι, οι αριστοκράται, οι πεντακοσιομέδιμνοι ή προγεγραμμένοι τινές και έτη πολλά βιώσαντες εν τη αλλοδαπή. Οίον, ήτο ο πολίτης Δελεκλούζ, ο αδαμάντινος εκείνος δημοσιογράφος ο δεκαετηρίδας όλας του βίου του διανύσας εν φυλακαίς ή εν εξορίαις διά τα φρονήματά του, ο δυνάμενος έχειν αν και αυτός ανάκτορα και κομητείας και μεδίμνους δαψιλείς από του ταμείου, εάν ήθελε να προσκυνή τω Βάαλ, αλλά προτιμήσας την ένδειαν, τας φυλακάς, την υπερορίαν! Δυστυχή Δελεκλούζ! Εζησας ως μάρτυς, διά ν' αποθάνης ονομαζόμενος κακούργος, μιαρός, τέρας! Δέχθητι παρ' ημών εν θαλερόν δάκρυ επί του τάφου σου, επί των οδοφραγμάτων εκείνων, άτινα υπερασπίσθης μαχόμενος ηρωικώς, ως εν τη ζωή τας αρχάς σου, κακούργοι και τέρατα εισίν οι υβρισταί σου· συ έζησες και ετελεύτησες ως ήρως και μάρτυς.
Ησαν οι όμοιοι αυτώ Φήλιξ, Πιάτ και Γουρνέ, δημοσιογράφοι δηλονότι, επίσης έντιμοι, επίσης ευσταθείς, επίσης καρτερικοί»...
...«Ητο ο πολίτης Φλουράνς, ο γενναίος, ο ενθουσιώδης εκείνος νέος, ο τρέχων πανταχού όπου εθνική επανάστασις, ίνα προσφέρη το αίμα και την περιουσίαν του, ο φλεγόμενος εκ του ιεροτέρου πυρός της ελευθερίας και παλιγγενεσίας των λαών. Η Ελλάς οφείλει εν δάκρυ επί του γενναίου όσον ευγενούς τούτου φιλέλληνος, η δε Κρήτη μίαν νοεράν ανθοδέσμην επί του τάφου του ακραιφνούς όσον επιφανούς εθελοντού της, το "Μέλλον" ραίνει εκ μέρους της Ελλάδος και της Κρήτης και το δάκρυ και την ανθοδέσμην, οικτίρον τα ηλίθια ή πεπωρωμένα κύμβαλα, τα μη σεβασθέντα την αγιωτέραν και ευγενεστέραν φλόγα εν τω αδολωτέρω και τιμιωτέρω στήθει, αλλ' εξυβρίσαντα επί της θανής του!»...


«Τοιούτοι οι άρχοντες του Παρισινού Δήμου. Εικότως άρα το καθ' εαυτόν απεδοκίμασεν τούτους ο Ουγκώ, καίτοι επικροτών και παραδεχόμενος τας αρχάς των. "Προπίνω υπέρ των αρχών ουχί υπέρ των προσώπων!" είπε και μικράς τίνος χώρας μία επισημότης, ο πρόεδρος της Βουλής αυτής, εν εθνικώ τινι συμποσίω. "Τα πρόσωπα αναδεικνύουσι τας αρχάς, ανέκραξε πρεσβύτερος των κοινωνικών προλήψεων και διακρίσεων νεανίας εκ των συνδαιτυμόνων, μαχόμενα και θνήσκοντα υπέρ αυτών προπίνω και υπέρ των αρχών και υπέρ των προσώπων". Προπίνομεν και ημείς νοερώς ώδε υπέρ αμφοτέρων»
 «Ζήτω η Κομμούνα»-Σχέδιο του Ουόλτερ Κρέιν, δημοσιευμένο το 1896
Την Παρισινή Κομμούνα αποδοκίμασε και η Βουλή, στη συνεδρίαση της 22ας Μαΐου 1871. Ο βουλευτής Λομβάρδος ανέφερε στην ομιλία του: «Μικρά και αδύνατος η Ελλάς αλλ' υπέρ της ελευθερίας πάντοτε αγωνισθείσα και αγωνιζόμενη δεν ημπορεί παρά να υψώσει δυνατά την φωνήν της αγανακτήσεώς της εναντίον εκείνων οι οποίοι εν τη καταχρήσει του ονόματος της ελευθερίας, την ελευθερίαν εσχάτως εν Παρισίοις επολέμησαν. Η Ελλάς μικρά και αδύνατος έλαβε την πείραν ότι ουδέν πολεμιώτερον της ελευθερίας όσον η αταξία. Εάν δεν εξασφαλίζη τι την ελευθερίαν, την εξασφαλίζει ο σεβασμός των νόμων και των δικαιωμάτων εκάστου».

...θα είμαι και εγώ ένας εργάτης. Η σκεψή αυτή με συγκροτεί. Όταν η τρελή οργή με σπρώχνει στην μάχη του Παρισιού, όπου ακόμα και τώρα που σας γράφω τόσοι εργάτες πεθαίνουν! Να δουλέψω τώρα, ποτέ, ποτέ, τώρα είμαι σε απεργία. Τώρα ξεφαντώνω όσο μπορώ. Θέλω να είμαι ποιητής και δουλεύω για να γίνω οραματιστής. Ξέρω όμως πως θα είμαι πάντα ένας εργάτης της εξέγερσης.

 13 Μαΐου 1871Αρθούρος Ρεμπό
http://www.biblionet.gr/images/persons/4398.jpg 
«Οι Βερσαλλίες που τώρα είναι το πραγματικό κέντρο των αποφάσεων, καθώς κατασκευάζεται ένα διαφορετικό στο Παρίσι, όπου οι κύριοι δολοφόνοι βασιλεύουν χωρίς αντίσταση. Θα ενημερώθηκες από τις εφημερίδες για τις λεπτομέρειες αυτής της ανεξήγητης κατάληψης, που ήταν τόσο εύκολο να σταματηθεί όταν ξεκίνησε και στην οποία άφησαν το χρόνο να αναπτυχθεί, να οργανωθεί και να εξαπλωθεί σ' όλη την πόλη. Το Εθνικό Συμβούλιο χάνει τον καιρό του σε μάταιες συνομιλίες αντί να πάρει δραστικά μέτρα και δε δίνει καμία βοήθεια στην υγιή μερίδα του Παρισιού που τρομοκρατείται από κάποιους κατάδικους»
Θεόφιλος Γκοτιέ, Σε γράμμα στον γιο του

http://www.biblionet.gr/images/persons/1427.jpg

«Κατ' αρχάς είμαι υπέρ της Κομμούνας, και κατά της πρακτικής της»
Βίκτορ Ουγκό
http://www.biblionet.gr/images/persons/647.jpg

Κατά τον Μπαντιού, τίποτα δεν ευτελίζει την ανθρώπινη ζωή τόσο όσο η κοινοβουλευτική δημοκρατία. Τόσο όσο να κηρύσσει τον πόλεμο στην Αριστερά, όταν αυτή πιστεύει στη δημοκρατία. Κατά την άποψή του άλλωστε η Παρισινή Κομμούνα ηττήθηκε γιατί κάποιοι από τους ηγέτες της έτρεφαν κοινοβουλευτικές αυταπάτες
http://www.biblionet.gr/images/covers/b148894.jpg

Ωστόσο, η κληρονομιά της Κομμούνας παραμένει ζωντανή στους αγώνες, ενώ το σύνθημα Vive la Commune! γέμισε με σπρέυ τους τοίχους του Παρισιού, στην εξέγερση του 1968, και όχι για τελευταία φορά...