Σε λίγο η αίθουσα ερημώθηκε, ησύχασε. Μόνο, πότε πότε, ακουγόταν πάνω στη σκηνή ένα ανεπαίσθητο σούρσιμο ανάμεσα στις κουρτίνες
Τάκης Κουφόπουλος
"Ο ηθοποιός"

Σάββατο, 30 Οκτωβρίου 2010

Γιάννης Σακελλαράκης

http://www.archaeology.org/interactive/zominthos/wp-content/uploads/2009/10/1.-Yannis-Efi-Sakellarakis-214x300.jpg
Ακόμη και όταν ο Ψηλορείτης κέρδισε την ψυχή και τα σώματα αυτού και της γυναίκας του, δεν έχανα ευκαιρία να μην πάω εκεί για ν’ ακούσει στωικός το σύνηθες και άνοστο αστείο μου:
-Βρήκες μωρέ κανένα δαχτυλιδάκι;
Όταν αξιολογηθούν οι επιτυχίες του Γιάννη και της Έφης, γιατί ακόμη μας θαμπώνει η λαμπρότητά τους, τότε και θα συνειδητοποιήσουμε πλήρως το μέγεθος και τη σπουδαιότητα του έργου τους.
http://www.biblionet.gr/images/covers/b63053.jpg
 Ο Γιάννης Σακελλαράκης ήταν διδάκτωρ του Πανεπιστημίου της Χαϊδελβέργης και μέλος της ελληνικής αρχαιολογικής υπηρεσίας από το 1963. Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1936. Πήρε πτυχίο από το Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών,Υπηρέτησε σε πολλά μέρη της Ελλάδας, στην Κρήτη, στο Μουσείο Ηρακλείου, αρχικά ως επιμελητής (1963-1968) κι αργότερα ως διευθυντής του (1980-1987) και στην Αθήνα ως επιμελητής και έφορος των Προϊστορικών Συλλόγων (1970-1980) και υποδιευθυντής (1987-1994) του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου.
Ανέσκαψε τις Αρχάνες, μαζί με τη σύζυγο του Έφη Σακελλαράκη, καθώς και στο Ιδαίον Άντρο και τελευταία στα Κύθηρα και ανακάλυψε την Ζώμινθο. Δίδαξε στα Πανεπιστήμια Αθηνών, Αμβούργου και Χαϊδελβέργης. Δημοσίευσε πολλά βιβλία και άρθρα, κυρίως για τους πρώιμους πολιτισμούς του Αιγαίου. Έδωσε πολλές δεκάδες διαλέξεις σ' όλο τον κόσμο και έλαβε μέρος σε πλήθος συνέδρια και συμπόσια. Ήταν μέλος πολλών ελληνικών και ξένων επιστημονικών σωματείων.
Κώστας Γραμματικάκης
Γιάννης Σακελλαράκης, ο Αρχαιολόγος της Κρήτης

http://www.biblionet.gr/images/covers/b81274.jpg 

Πέμπτη, 28 Οκτωβρίου 2010

The Books' Journal

http://4.bp.blogspot.com/_B2p_sAwKE44/TLZNeyywJoI/AAAAAAAAS4E/b8-Yuciw-ZE/s1600/72520_1651013402200_1442947895_1681915_3998749_n.jpg
(...) Κάπως έτσι έφτασε στα περίπτερα (και καθυστερημένα και στα βιβλιοπωλεία) το νέο, εντελώς ανεξάρτητο περιοδικό, το «Books' Journal» (σύμβουλος έκδοσης η μεταφράστρια και κριτικός λογοτεχνίας Κατερίνα Σχινά, αρχισυντάκτρια η δημοσιογράφος Όλγα Σελλά). Το περιοδικό έχει μεγάλες σελίδες γεμάτες γράμματα, λίγες συνοδευτικές και κατατοπιστικές των κειμένων φωτογραφίες, αγωνία για γραπτά, για ύφος, για επιχειρήματα, την επένδυση πολλών ανθρώπων σε διάβασμα και ένα υποδόριο κέφι για μια δουλειά που μας κουράζει αλλά δημιουργικά, γιατί δεν την κάνουμε από αγγαρεία. Θα βγαίνει κάθε μήνα, οσονούπω ετοιμάζει και ηλεκτρονική έκδοση, παρακαλεί την προσοχή σας, την προσοχή των αναγνωστών (από τον άλλο μήνα θα τους καλέσουμε να γίνουν συνδρομητές) αλλά και των διαφημιζομένων (αν δεν έχουμε διαφημίσεις, θα πρέπει να δουλεύουμε περισσότερο για να βγάλουμε το κόστος και κάτι τέτοιο δεν μπορεί να γίνεται για πάντα).
Ένα πράγμα θέλω να πω για το τέλος. Το κίνητρό μας δεν είναι εμπορικό, είναι πιο πολύ το πάθος και η λόξα μας. Αλλά αν το «προϊόν» (διότι προϊόν είναι, παράγεται και ζητάει την προσοχή και τα 5 ευρώ των αναγνωστών) πάει στην αγορά, μπορεί να είναι ένα θετικό μήνυμα για το τι σημαίνει ακριβώς κρίση του Τύπου και τι μπορεί αυτή η κρίση να γεννήσει. Ελπίζουμε να σας γίνουμε απαραίτητοι.

Ηλίας Κανέλλης 

Ο βιβλιοφαγος της κρισης, 

Lifo, τχ 222, 28/10/2010

 

Σάββατο, 16 Οκτωβρίου 2010

Η γενικευμένη ομοιομορφία δημιουργεί σύγχυση και αδιαχώρητο

http://www.biblionet.gr/images/covers/b122859.jpg
Παλαιότερα τη διακόσμηση του κειμένου δεν την αναλάμβαναν, όπως γίνεται σήμερα, γραφιστικά γραφεία (μακετίστες), αλλά φίλοι, του συγγραφέα ή του εκδότη, εικαστικοί καλλιτέχνες. Ο Κεφαλληνός, ο Μόραλης, ο Καλμούχος, ο Δαγκλής, ο Τσίζεκ κ.ά. παρόμοιοι γνώριζαν τον συγγραφέα και τη δουλειά του και υποσημείωναν με σεβασμό και διακριτικότητα άδηλες πλευρές του έργου που καλούνταν να φιλοτεχνήσουν. Η κατάλληλη γραμματοσειρά, το προσήκον μέγεθος των τυπογραφικών στοιχείων, η αρμόζουσα θέση τους με βάση τη χρυσή τομή και το τετράγωνο της αρμονίας δημιουργούσαν ένα άκρως καλαίσθητο αποτέλεσμα, χωρίς να είναι -τις περισσότερες φορές- απαραίτητο ούτε καν το ελάχιστο σχέδιο-κόσμημα. Με το τσουνάμι της υπερκατανάλωσης και υπεραφθονίας και στον χώρο του βιβλίου, με τους άπειρους εκδότες, συγγραφείς, διακοσμητές κ.λπ., αυτό που κατά κανόνα γίνεται είναι η εικονογράφηση του τίτλου. Ετσι, για παράδειγμα, στον Ηρωα της Γάνδης του Νίκου Καχτίτση, στη β' έκδοση, το εξώφυλλο καθ' ολοκληρίαν κατελήφθη από φωτογραφία της Γάνδης του Βελγίου, ενώ αν ο μακετίστας διέτρεχε διαγωνίως το κείμενο θα αντιλαμβανόταν ότι ο Καχτίτσης περιέγραφε τη γενέτειρά του - τον Πύργο της Ηλείας. Στην προηγούμενη έκδοση από τη στιγμή, το εξώφυλλο κοσμούσε φθαρμένη πόρτα ελληνικού νεοκλασικού, ζωγραφισμένη με δεξιοτεχνία από τον ζωγράφο Σωτήρη Σόρογκα, όπου στο σπασμένο τζαμωτό έχασκε ένα καταλυτικό μαύρο. Ξεχωριστό παράδειγμα-υπόδειγμα αποτελεί η εγκάρδια συνεργασία Ε.Χ. Γονατά - Αλέξη Ακριθάκη. Σε όλα τα βιβλία του Γονατά που εκδώσαμε, τα εξώφυλλα και τα μετρημένα σχέδια του εσωτερικού τα μαστόρεψε ο Αλέξης. Γνώριζε με πάσα λεπτομέρεια τις μονομανίες του Νώντα, το ύφος, τα σύμβολα, τις διαχρονικές αγάπες του και στόλιζε με παραπληρωματικό τρόπο τα κείμενα. Χαρτιά, σχέδια, γραμματοσειρές, αποστάσεις, κενά, στόχο τους είχαν να κάνουν ευανάγνωστο το περιεχόμενο. Οδοδείκτες της ουσίας και όχι απλοϊκή εξεικόνιση τύπου «κλασικών εικονογραφημένων». 
http://www.biblionet.gr/images/covers/b80412.jpg
Βεβαίως είναι κατανοητό ότι ο επαγγελματίας μακετίστας και να το ήθελε δεν θα το μπορούσε να ξοδέψει άφθονο απλήρωτο χρόνο για να διαβάσει με προσοχή και κριτική επάρκεια το κάθε βιβλίο που καλείται από τον εκδότη να εικονογραφήσει. Καθώς μάλιστα τα γραφεία αυτά («δημιουργικά» τα λένε) είναι λίγα και αναγνωρίσιμα ως προς το ύφος τους, όλα και όλοι πανομοιοτύπως αναπαράγονται. Καταργούνται έτσι οι διακρίσεις μεταξύ εκδοτών, συγγραφέων, ειδών και εποχών. Οι φωτογραφίες των συγγραφέων, αδιευκρίνιστης συχνά ηλικίας, η ξαπλωμένη γυμνή οδαλίσκη του Μοντιλιάνι, η Ολυμπία του Μανέ κ.λπ. -κατάχρηση πασίγνωστων έργων διάσημων ζωγράφων, άσχετων με το θέμα του βιβλίου-, τα εντυπωσιακά, επιθετικά φωβ χρώματα κ.ά., καταλαμβάνουν όλο το πλάτος και το ύψος του χαρτιού, σκεπάζοντας τίτλο και όνομα συγγραφέα. Κοιτάξτε την ιδεολογική-αισθητική διαφορά των εξωφύλλων του ΜΙΕΤ της πρώτης περιόδου, με τα κομψά τυπογραφικά στοιχεία και τα θαυμάσιας ποιότητας και ποικιλίας χρωμάτων χαρτιά Fabriano-Ingres, με τα εικονογραφικά σημερινά. Ενώ, λοιπόν, όλα αυτά γίνονται τώρα με στόχο να καθηλώσουν το βλέμμα του αγοραστή, εκτοπίζοντας από το οπτικό του πεδίο, στη βιτρίνα ή στον πάγκο του βιβλιοπωλείου, τα συναφή, εντέλει η γενικευμένη ομοιομορφία δημιουργεί σύγχυση και αδιαχώρητο. 
http://www.biblionet.gr/images/covers/b79250.jpg
Μερικοί εκδότες -νέοι κυρίως- άρχισαν αυτό να το αντιλαμβάνονται και διαβλέπω κάποια προσπάθεια διαφοροποίησης. Για να γίνει όμως τούτο με συνέπεια και ευρηματικότητα χρειάζεται εξάσκηση σε περιώνυμους μαστόρους του παρελθόντος. Τα βιβλία του Σκαζίκη (Αλφα), του Γαλλικού Ινστιτούτου, του Τσίζεκ (Διαγώνιος), του Φιλιππόβλαχου (Κείμενα), του Γεωργιάδη (Λέσχη), του Ικαρου της παλαιάς εποχής, επιμελημένα με περισσή φροντίδα από τον γοητευτικό ευπατρίδη των γραμμάτων μας Παναγιώτη Μέρμηγκα, του Γκοβόστη, με τη σφραγίδα του διορθωτή-επιμελητή Γιάννη Ρίτσου κ.λπ., μπορούν να αποτελέσουν ικανό ερέθισμα για σημερινές, πρωτότυπες λύσεις και πετυχημένες διασταυρώσεις. 
http://www.biblionet.gr/images/covers/b79839.jpg
Αυτό άλλωστε απαιτεί η παράδοση - την ένταξη του καινούριου στην αλυσίδα του παλιού και όχι τις μοντερνιές των αδαών. 
http://www.biblionet.gr/images/covers/b66930.jpg
Δυστυχώς όμως, το βιβλίο δεν είναι πια πνευματικό προϊόν αλλά εμπορικό είδος-χυλός για άμεση κατάποση, διακινούμενο στα περίπτερα, τα φαστφουντάδικα και τα σουπερμάρκετ. Οι κανόνες της αγοράς και οι απαιτήσεις της κυριάρχησαν και σ' αυτόν τον χώρο, που ανέκαθεν προορισμό του είχε την αντίσταση σε κάθε είδους δουλείες και παντοειδείς χρεοκοπίες.


Η «Στιγμή» συνιστά ιστορικό εκδοτικό οίκο που δημιουργήθηκε πριν από είκοσι επτά χρόνια. Τα βιβλία της αριθμούν γύρω στους τριακόσιους τίτλους. Στους συγγραφείς της συγκαταλέγονται ορισμένοι από τους σημαντικότερους πεζογράφους, ποιητές, μεταφραστές, φιλολόγους και δοκιμιογράφους των ελληνικών γραμμάτων. Κι ο δημιουργός της, Αιμίλιος Καλιακάτσος, αποτελεί έναν από τους σοφούς τεχνίτες της παραδοσιακής τυπογραφίας που εργάστηκε μεθοδικά για τη μετακένωση των παλαιών της μυστικών στις νέες τεχνολογίες. Στις εκδόσεις «Στιγμή» είδαν το φως για πρώτη φορά βιβλία όπως η συγκεντρωτική έκδοση της ποίησης του Μανόλη Αναγνωστάκη (1941-1971) και ποιητικές συλλογές της Κικής Δημουλά, πεζογραφία του Ε. Χ. Γονατά, του Η. Χ. Παπαδημητρακόπουλου, του Θανάση Βαλτινού, του Αριστείδη Αντονά και του Νίκου Καχτίτση, μελέτες και δοκίμια του Στυλιανού Αλεξίου, του Νάσου Βαγενά, του Παν. Μουλλά, του Παναγιώτη Κονδύλη και του Γιάννη Δάλλα, μερικές από τις πρώτες ραψωδίες της «Οδύσσειας» σε μετάφραση Δ. Ν. Μαρωνίτη, καθώς και μεταφραστική εργασία από τα αρχαία ελληνικά του Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλου, του Ν. Μ. Σκουτερόπουλου και του Νίκου Χ. Χουρμουζιάδη. Πρόκειται για έναν σύμπαν που περιλαμβάνει ιδιόρρυθμους στυλίστες της γραφής, τελειοθήρες του ύφους, αθόρυβους αλλά παθιασμένους μελετητές, άοκνους και εμπνευσμένους φιλολόγους, πρόκειται για έναν θύλακα, για μια νησίδα, για μια κοινότητα που εργάζεται και ζει παράλληλα προς το τέλμα της νωθρότητας και της ιδιοτέλειας, το οποίο παρά τις αντιστάσεις που προβάλλονται, φαίνεται πως τελικώς, αργά αλλά σταθερά, μας καταπίνει.
http://www.biblionet.gr/images/covers/b66914.jpg
Το στίγμα των εκδόσεων «Στιγμή» το δίνει ο κομψός υπ’ αριθμόν 24 «Κατάλογος» (Νοέμβριος 2009, σελ. 112, εξώφ. Εύης Τσακνιά). Αν και οπτικά παραπέμπει στις παλαιές μονοτυπικές εκδόσεις των φημισμένων τυπογραφείων της Αθήνας, ο μικρός αυτός τόμος δημιουργήθηκε με τα εργαλεία της νέας τεχνολογίας. «Τα πέντε τελευταία χρόνια», γράφει ο Αιμίλιος Καλιακάτσος σε κείμενο που αναρτήθηκε στην ιστοσελίδα «Ποιείν», «για λόγους ανεξάρτητους της διάθεσής μας, μαστορεύουμε τα βιβλία μας με υπολογιστή, τυπωμένα στην όφσετ, και βιβλιοδετημένα όχι, βέβαια, στη θερμοκολλητική αλλά με «ατλακόλ» στο χέρι. Μεταφέραμε αποθησαυρισμένη πείρα 500 και πλέον χρόνων (το πρώτο καθ’ ολοκληρίαν ελληνικό βιβλίο τυπώθηκε το 1476), σε εργαλεία σύγχρονα με άπειρες δυνατότητες. Δυνατότητες που δεν τις είχε ούτε κατά διάνοια η παλαιά τέχνη του βιβλίου. Κερδίσαμε πολλά, αλλά και με κάποιο τίμημα. Η σημαντικότερη απώλεια είναι η χαμένη αναγλυφικότητα της σελίδας, λόγω της πίεσης της εκτύπωσης με τον παραδοσιακό τρόπο στο πιεστήριο. Τα λεπταίσθητα χέρια και τα εξασκημένα μάτια το διακρίνουν».
http://www.biblionet.gr/images/covers/b79247.jpg
Στα περιεχόμενα του «Καταλόγου» περιλαμβάνονται τρία αθησαύριστα σημαντικά κείμενα της ελληνικής επιστολογραφίας: δύο γράμματα του Ε. Χ. Γονατά στον Νίκο Εγγονόπουλο (1976) και στον Νίκο Καχτίτση (1963) και ένα γράμμα του Νίκου Καχτίτση στον Ε. Χ. Γονατά (1962). Κείμενα με παθιασμένη εκδήλωση θαυμασμού για την τέχνη, προορισμένα να διαβαστούν κατ’ αποκλειστικότητα από τους παραλήπτες τους. Πόσο, όμως, μεγάλη προσοχή στην έκφραση, πόση παιγνιώδης διάθεση, και πόση ειρωνεία στην επιλογή της λέξης! Γράφει ο Νίκος Καχτίτσης στον Ε. Χ. Γονατά για το αφήγημα «Ο ταξιδιώτης» (1945) με το οποίο ο δεύτερος πρωτοεμφανίστηκε στα γράμματα: «Με συγχωρείτε, αλλά πρέπει οπωσδήποτε να πω κάτι: απορώ με την αναλγησία σας να θέλετε να μιλάτε με τέτοια περιφρόνηση για ένα τέτοιο μικρό αριστουργηματάκι, που με έκανε έξω φρενών από την ευχαρίστηση. Είναι ένα διαμαντάκι, που θυμίζει, από πολλές ενδείξεις, τα νεανικά σκιρτήματα των Ντοστογιέφσκι, Πούσκιν». Ο «Κατάλογος» δημοσιεύει επίσης την έμμετρη ριμάδα «Ιστορία (διά στίχων απλών περιλαμβάνουσα) τον βίο και τας πράξεις του άρχοντος και σπαθαρίου Σταυράκη» την οποία αναφέρει ο Ε. Χ. Γονατάς στον Ν. Εγγονόπουλο. Πρόκειται για τον περιπετειώδη βίο του Γεωργίου Σταυράκη ή Σταυράκογλου, μια από τις σημαντικότερες φυσιογνωμίες της Κωνσταντινούπολης στα μέσα του 18ου αιώνα, ο οποίος λόγω κατάχρησης των τεράστιων εξουσιών που απέκτησε, περιέπεσε σε δυσμένεια και απαγχονίσθηκε το 1765 (επιμ. Κώστας Γ. Τσικνάκης). Ο «Κατάλογος» δημοσιεύει ακόμα μεταφραστικά αποσπάσματα της ομηρικής Οδύσσειας από τον Στυλιανό Αλεξίου, ποίηση της Μαρίας Μπαλοπούλου και της Μαρίας Υψηλάντη μαζί με μεταφραστικές δοκιμές (Ρεμπώ, Βιγιόν, Γουρσενάρ). Δημοσιεύει τέλος έναν από τους μανιχαϊκούς ψαλμούς του 3ου αιώνα που ανακαλύφθηκε στις πρώτες δεκαετίες του περασμένου αιώνα, σε μετάφραση Παύλου Καλλιγά. Είναι ένας κατάλογος αντάξιος της ποιότητας του εκδοτικού οίκου.
Ελισάβετ Kοτζιά,  Το στίγμα της «Στιγμής»


http://www.biblionet.gr/images/covers/b150923.jpg

Παρασκευή, 15 Οκτωβρίου 2010

Η φιλαναγνωσία

http://www.biblionet.gr/images/covers/b149959.jpg
Η φιλαναγνωσία είναι ένα χαρακτηριστικό που σιγά σιγά εγκαταλείπει τις νεότερες γενιές. Αν και η σχέση των νέων με τη λογοτεχνία δεν είναι υπόθεση αποκλειστικά του σχολείου, οι αλλαγές που έχουν συντελεστεί στα βιβλία και τη διδασκαλία της γλώσσας και της λογοτεχνίας, ιδιαίτερα στη βασική υποχρεωτική εκπαίδευση σε συνδυασμό φυσικά με συνολικότερες αλλαγές στον τρόπο ζωής (κυριαρχία της τηλεόρασης, γενίκευση της χρήσης υπολογιστών κ.ά.) φαίνεται ότι συμβάλλουν ώστε οι νέες γενιές να απομακρύνονται όλο και περισσότερο από τον έντυπο λόγο, την ανάγνωση, τη λογοτεχνία.
Η πραγματικά κακή σχέση των νέων γενεών με τη λογοτεχνία και την ανάγνωση εξωσχολικών βιβλίων επιβεβαιώνεται και από μια πρόσφατη έρευνα του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου, σε μαθητές γυμνασίων και φιλολόγους. Η πανελλαδική έρευνα αφορά στο μάθημα της νεοελληνικής λογοτεχνίας στο Γυμνάσιο και επιστημονική υπεύθυνη της έρευνας ήταν η Χριστίνα Αργυροπούλου, επίτιμη σύμβουλος του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου. Για τις ανάγκες της έρευνας, συγκεντρώθηκαν συνολικά 28.049 ερωτηματολόγια, εκ των οποίων 2.803 από τους φιλολόγους και 25.246 από τους μαθητές. Η αποστολή και η συγκέντρωση των ερωτηματολογίων άρχισε το 2004 και έληξε το 2006. Η αποκωδικοποίηση και η ερμηνεία των δεδομένων, ολοκληρώθηκε το 2008.
Μόλις το 25% των μαθητών διαβάζουν εξωσχολικά λογοτεχνικά βιβλία
Στο ερώτημα «διαβάζεις εξωσχολικά λογοτεχνικά βιβλία;» οι μαθητές απάντησαν σε ποσοστό 75% «λίγο» ή «καθόλου», ενώ οι θετικές απαντήσεις στο ίδιο ερώτημα («πολύ») συγκέντρωσαν ποσοστό μόλις 25%!
Οι συντάκτες της έρευνας, που σκοπό έχουν βέβαια να ερευνήσουν τη διδασκαλία της λογοτεχνίας στο γυμνάσιο, επισημαίνουν από αυτή την πρώτη ερώτηση ότι «η φιλαναγνωσία των μαθητών συνδέεται και με το μορφωτικό επίπεδο της οικογένειας, την περιοχή διαμονής και την κοινωνική τάξη». Σύμφωνα με τις μετρήσεις της έρευνας, οι μαθητές αστικών περιοχών διαβάζουν περισσότερα εξωσχολικά λογοτεχνικά βιβλία σε σχέση με τους μαθητές εργατικών (διαφορά 6%) και αγροτικών περιοχών (διαφορά 4,92%).
Διαφοροποίηση σημειώνεται και με βάση το φύλο, αφού τα κορίτσια εμφανίζονται να απαντούν θετικά στην ανάγνωση εξωσχολικών βιβλίων κατά 32,94%, ενώ τα αγόρια απαντούν θετικά μόλις κατά 17,64%.
Το ενδιαφέρον για την ανάγνωση εξωσχολικών λογοτεχνικών βιβλίων φαίνεται ότι μειώνεται ευδιάκριτα από τάξη σε τάξη. Συγκεκριμένα, οι μαθητές της Α' Γυμνασίου απάντησαν ότι διαβάζουν «πολύ» σε ποσοστό 29,67% και «καθόλου» σε ποσοστό 12,90%. Οι απόλυτα θετικές απαντήσεις μειώνονται στους μαθητές της Β' Γυμνασίου στο 24,26% και αυξάνονται στην ίδια τάξη οι απόλυτα αρνητικές απαντήσεις στο 17,11%. Αντίστοιχα στη Γ' Γυμνασίου μειώνονται κι άλλο οι θετικές απαντήσεις και πέφτουν στο 20,89% και αυξάνονται οι αρνητικές στο 22,60%. Και στις τρεις τάξεις του Γυμνασίου πάντως, η πολυπληθέστερη κατηγορία (πάνω από 55%) είναι οι μαθητές που στο ερώτημα αν διαβάζουν εξωσχολικά βιβλία απαντούν «λίγο».
Η έρευνα επιχειρεί και μια κατανομή των απαντήσεων των μαθητών ανά γεωγραφική περιφέρεια, όπου το υψηλότερο ποσοστό θετικών απαντήσεων συγκεντρώνεται στην Ηπειρο (28,19%) με τις περιφέρειες της Πελοποννήσου (26,99%), της Θεσσαλίας (26,91%) και Αττικής (26,77%) να ακολουθούν, ενώ τα μικρότερα ποσοστά θετικών απαντήσεων συγκεντρώνονται στην περιφέρεια νοτίου Αιγαίου (21,85%) και Στερεάς Ελλάδας (22,96%).
Κυριαρχία της εικόνας και της πληροφορίας
Η έρευνα του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου συνεχίζεται με άλλες 22 ερωτήσεις που αφορούν τόσο στα σχολικά βιβλία της λογοτεχνίας όσο και στη διδασκαλία του μαθήματος. Στην πλειοψηφία τους, οι μαθητές δηλώνουν ότι βρίσκουν τα κείμενα και τις ερωτήσεις των σχολικών βιβλίων κατανοητά, δηλώνουν ικανοποιημένοι από την εικονογράφηση των βιβλίων και για τη δυνατότητα συμμετοχής τους στο μάθημα, ενώ... «διψούν» για όποιες προτάσεις γίνονται από το ερωτηματολόγιο και τους φαίνονται ότι θα «εμπλουτίσουν» το μάθημα της λογοτεχνίας. Για παράδειγμα, απαντούν θετικά στην πρόταση να εμπλουτιστούν τα βιογραφικά σημειώματα των συγγραφέων των κειμένων που διδάσκονται με πληροφορίες για τα χαρακτηριστικά της γραφής του κάθε συγγραφέα, ενώ θετικές είναι οι απαντήσεις στην πρόταση δημιουργίας «λογοτεχνικών εργαστηρίων» στα σχολεία ή στην πρόταση να ακούν μελοποιημένα στην τάξη τα ποιήματα που διδάσκονται.
Η κυριαρχία της εικόνας και της έτοιμης γρήγορης πληροφορίας, ξεπηδά από τις απαντήσεις των μαθητών σε δύο συγκεκριμένες ερωτήσεις της έρευνας: «Κατανοείς περισσότερο ένα λογοτεχνικό έργο που έχεις δει στην τηλεόραση ή στον κινηματογράφο;», λέει το ερωτηματολόγιο και οι μαθητές απαντούν «ναι» σε ποσοστό 65%. Και παρακάτω: «Θα προτιμούσες να εμπλουτισθεί το μάθημα της Λογοτεχνίας με τεχνολογικά μέσα (video, CD-Rom);» προτείνει το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο και οι μαθητές απαντούν «ναι» σε ποσοστό 78%!
Βέβαια, σε ανάλογες προτάσεις για... «ελκυστικότερα» βιβλία και μαθήματα έχουν στηριχτεί οι όποιες αλλαγές έχουν γίνει στην εκπαίδευση (και στη διδασκαλία της λογοτεχνίας) τουλάχιστον τα τελευταία 30 χρόνια, αλλά η σχέση των μαθητών με το βιβλίο και με τη λογοτεχνία δυσχεραίνει από γενιά σε γενιά. Τα βιβλία, για παράδειγμα, έγιναν «ελκυστικότερα» πριν κάποιες δεκαετίες όταν εμπλουτίστηκαν με εικόνες, έγιναν «ελκυστικότερα» όταν μίκρυναν τα αποσπάσματα των κειμένων που διδάσκονταν, έγιναν «ελκυστικότερα» όταν εμπλουτίστηκαν με πιο σύγχρονα λογοτεχνικά κείμενα σε βάρος πιο κλασικών... Φυσικά, σε τίποτα δε βελτιώθηκε (αντίθετα χειροτέρεψε η σχέση των νέων με το διάβασμα και τη λογοτεχνία, αν συνυπολογιστεί η σημαντική μείωση του αναλφαβητισμού την ίδια περίοδο). Εσχάτως, θεωρήθηκε «ελκυστικότερο» να εμπλουτιστούν τα βιβλία του δημοτικού με συνταγές μαγειρικής, μικρές αγγελίες και κωδικοποιημένα κείμενα ιστοσελίδων! Και κάπως έτσι, σιγά σιγά, οι μικροί μαθητές μπορεί να πανηγυρίζουν και να παίζουν με video και CD-Rom, αλλά είναι αμφίβολο αν θα μαθαίνουν στο σχολείο τους μεγάλους ποιητές...
alfavita
http://www.biblionet.gr/images/covers/b127817.jpg
Η ανάπτυξη της φιλαναγνωσίας μπορεί να προσφέρει χαρά και απόλαυση στον αναγνώστη. 
Ωστόσο, η αγάπη για το βιβλίο δεν μεταδίδεται κληρονομικά ούτε αποτελεί μια έμφυτη λειτουργία. Αντίθετα, αποκτάται μέσω μιας μακροχρόνιας και συστηματικής παιδείας που δεν έχει καταναγκαστικό και υποχρεωτικό χαρακτήρα και καλλιεργείται από τη μικρή ηλικία, από τους πρώτους μήνες της ζωής ενός παιδιού, κυρίως,  με το παράδειγμα των γονιών και αργότερα με  το σχολείο, τον δάσκαλος, τις παιδικές και σχολικές βιβλιοθήκες, τις εκθέσεις λογοτεχνικών βιβλίων, τις εφημερίδες και τα περιοδικά, τις εκδηλώσεις για το βιβλίο και τις δημιουργικές εργασίες των μαθητών.
Πολύ σημαντικός ο ρόλος του δασκάλου, καθώς είναι ο διαμεσολαβητής ανάμεσα στο βιβλίο και τον μαθητή, αλλά και η σωστή οργάνωση και λειτουργία της σχολικής βιβλιοθήκης-ένας θεσμός που στην Ελλάδα συστηματικά υπολειτουργεί. (τι τραγικό
http://www.velvento.gr/d_im/p_pa/vivl_gumnasio.jpg
Ο ρόλος της σχολικής βιβλιοθήκης πολλαπλός και ισοσταθμικός. Δίνει την ευκαιρία σε όλα τα παιδιά ανεξάρτητα από φύλο, ηλικία, μορφωτικό επίπεδο, να έρθουν σε επαφή με τη γνώση και να γνωρίσουν το βιβλίο. Επίσης, βοηθά το σχολείο να παρέμβει αντισταθμιστικά στο ζήτημα των οικονομικών και μορφωτικών όρων που περιορίζουν τις ευκαιρίες των παιδιών από μη προνομιούχα κοινωνικά περιβάλλοντα να έρχονται σε επαφή με ποικιλία λογοτεχνικών βιβλίων.
http://annabooklover.files.wordpress.com/2008/01/resize-of-img_0350.jpg?w=450

Πέμπτη, 14 Οκτωβρίου 2010

Pa-pa-pa-pa-pa-pa-Papagena! (*)


O Μαγικός Αυλός, (γερμ. Die Zauberflöte) είναι γερμανική όπερα σε δύο πράξεις του Βόλφγκανγκ Αμαντέους Μότσαρτ, βασισμένη σε λιμπρέτο του Εμάνουελ Σικανέντερ (1751-1812). Το έργο συντέθηκε το 1791, κατά το τελευταίο έτος ζωής του Μότσαρτ. Παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στις 30 Σεπτεμβρίου 1791 στο θέατρο του Βάιντεν (Theater auf der Weiden), στη Βιέννη, όπου σημείωσε μεγάλη επιτυχία. Χαρακτηρίζεται ως η τελευταία όπερα του συνθέτη. Ο Μαγικός Αυλός, έργο πλούσιο σε συμβολισμούς, για το οποίο έχουν προταθεί πολυάριθμες ερμηνείες, διαπνέεται από τις ιδέες του Διαφωτισμού και του Τεκτονισμού, ενσωματώνοντας παράλληλα στοιχεία παραμυθιού.

 http://upload.wikimedia.org/wikipedia/commons/thumb/9/9a/Galileo_Gaspra_Mosaic.jpg/600px-Galileo_Gaspra_Mosaic.jpg
(*)Ο αστεροειδής (471 Papagena), που ανακαλύφθηκε το 1901, πήρε το όνομά του από το ομώνυμο πρόσωπο της όπερας αυτής (Παπαγκένα).

Κυριακή, 10 Οκτωβρίου 2010

Οι μη κανονικοί (*)

http://fc06.deviantart.net/fs31/i/2008/219/1/4/Silent_Violin_by_Vivian_Rose.jpg
Πριν από λίγες μέρες, ένας 18χρονος φοιτητής αυτοκτόνησε πέφτοντας στον ποταμό Χάντσον στη Νέα Υόρκη, όχι μόνο γιατί όλοι έμαθαν ότι ήταν γκέι, αλλά για τον τρόπο που το έμαθαν. Ο Τάιλερ Kλεμέντι, πρωτοετής στο Πανεπιστήμιο Ράτζερς του Νιου Τζέρσεϊ και ταλαντούχος βιολονίστας, είχε ζητήσει από τον συγκάτοικό του στη φοιτητική εστία να τον αφήσει για λίγη ώρα μόνο στο δωμάτιο με τον φίλο του. Εκείνος συμφώνησε, φρόντισε όμως να ενεργοποιηθεί η web camera στο κομπιούτερ του, ώστε οι ερωτικές στιγμές του ανύποπτου νέου να καταγραφούν και να φτάσουν στο Διαδίκτυο.
Κάποιοι είπαν ότι ο συγκάτοικος δεν ήταν ομοφοβικός, απλώς ένα αστείο, μια χοντρή πλάκα θέλησε να κάνει σε ένα συνεσταλμένο κι ευαίσθητο επαρχιωτόπουλο, που μόλις είχε φτάσει στη μεγάλη πόλη. Μόνο που το γέλιο πάγωσε όταν ανασύρθηκε το πτώμα από το ποτάμι και ήρθαν στο φως τα λόγια που είχε γράψει ο Τάιλερ στη σελίδα του στο Facebook την ημέρα της αυτοκτονίας του: «Jumping off the gw bridge sorry» (θα πέσω από τη γέφυρα Τζορτζ Ουάσιγκτον, συγγνώμη).
Το θέμα δεν αφορά μόνο την ομοφυλοφιλική κοινότητα, που τουλάχιστον στην Αμερική ξεσηκώθηκε ζητώντας να σταματήσει το bullying, ο εκφοβισμός και η λοιδορία των «διαφορετικών». Κάτι ανάλογο μπορεί να συνέβαινε για κάθε είδους δραστηριότητα ή ιδιότητα που μπορεί να θεωρηθεί γαργαλιστική ή ασυνήθιστη. Το θέμα είναι ότι, στην Αμερική και στην Αμάρυνθο, ο συμφοιτητής, ο συνάδελφος, ο γείτονας γίνεται ο Μεγάλος Αδελφός του πλησίον του, ενώ είναι αυτονόητο ότι το φαινόμενο οφείλεται σε κοινωνικά αίτια και όχι στη διευκόλυνση που παρέχει η σύγχρονη τεχνολογία.
Τι χρειαζόμαστε τις κάμερες παρακολούθησης ή τις «έξυπνες κάρτες» όπου καταγράφονται τα προσωπικά μας δεδομένα, όταν πολλοί είναι πρόθυμοι να γελοιοποιήσουν, να καταδώσουν, να φακελώσουν τους άλλους, αλλά και τον ίδιο τον εαυτό τους; Kάποτε λέγαμε πως μόνο ό,τι δείχνει η τηλεόραση υπάρχει, όμως σήμερα διαπιστώνουμε πως μόνο ό,τι καταγράφεται με κάμερα υπάρχει, ό,τι αναρτάται στο Διαδίκτυο ή διαδίδεται από κινητό σε κινητό. Πάμπολλες φορές, σε συναυλίες, θεατρικές παραστάσεις, γιορτές, παρελάσεις περιστοιχιζόμαστε από ανθρώπους που δεν βλέπουν, δεν ακούν, δεν γιορτάζουν, αλλά τραβούν με την κάμερα του κινητού τους. Τραβούν και αποτυπώνουν για να ξαναδούν αργότερα, αυτοί και άλλοι πολλοί, ό,τι είδαν, να μοιραστούν την εμπειρία. Επομένως, ένας γκέι εν δράσει είναι ένα πιασάρικο θέαμα, κρίμα να περάσει ανεκμετάλλευτο.
Στη δεκαετία που διανύουμε αναλύθηκε η τάση του oversharing, της υπερ-εκμυστήρευσης, του εθελοντικού συναισθηματικού (και όχι μόνο) ξεγυμνώματος, μια τάση που δεν έχει μόνο κραυγαλέα τηλεοπτική έκφραση, αλλά έχει επεκταθεί και στην προσωπική ζωή. Σήμερα μιλάμε για το φαινόμενο «tmi» (too much information), την πληθώρα πληροφοριών που εμείς οι ίδιοι παρέχουμε για το άτομό μας και οι οποίες θα προκαλούσαν πλήξη ακόμα και στη μάνα μας. Κάποτε οι άνθρωποι συνήθιζαν να αφηγούνται ιστορίες που τις είχαν ζήσει οι ίδιοι ή τις είχαν ακούσει από άλλους. Τώρα τη θέση της ιστορίας έχει πάρει η εμπειρία: πήγα εδώ, πήγα εκεί, έκανα διακοπές στο τάδε νησί, έφαγα αστακομακαρονάδα, πόνεσε η κοιλιά μου, με τσίμπησαν πολλά κουνούπια, χώρισα με τον φίλο μου, τα ξαναφτιάξαμε, έχω έναν γκέι συγκάτοικο. Και όσο πιο πολλές και ασυνήθιστες οι εμπειρίες, όσο πιο πολλοί οι «φίλοι» στο Facebook και οι «ακόλουθοι» στο twitter, τόσο πιο ενδιαφέροντα άτομα υποτίθεται ότι γινόμαστε.
Στον καθρέφτη δεν βλέπουμε πια μόνο το πρόσωπο του Τέρατος. Ισως να δούμε και το πρόσωπο του Μεγάλου Αδελφού.
Mαριάννα Tζιαντζή
http://www.sheblogs.eu/wp-content/uploads/2009/04/bansky.jpg 

Σάββατο, 9 Οκτωβρίου 2010

Imagine


Η παγκόσμια επιτυχία «Imagine» είναι ένας ύμνος στην ειρήνη. Πρόκειται για μια σύνθεση περίπου 3 λεπτών του Τζον Λένον, από το ομότιτλο LP του και ηχογραφήθηκε το 1971. Κυκλοφόρησε ως σινγκλ στην Αμερική στις 11 Οκτωβρίου του 1971 (με b-side το «It's So Hard»)  και στην Αγγλία στις 24 Οκτωβρίου του 1975 (με b-side το «Working Class Hero»).

Στο Billboard Hot 100 της Αμερικής έφτασε στην τρίτη θέση, στη Βρετανία στην έκτη και στην Αυστραλία στην κορυφή των charts για 5 εβδομάδες. Μετά τη δολοφονία του καλλιτέχνη, το σινγκλ «ξαναμπήκε» στο βρετανικό chart τον Ιανουάριο του 1981 και παρέμεινε στην κορυφή για 4 εβδομάδες.

Το «Imagine», το «Instant Karma» και το «Give peace a chance» είναι τα τρία τραγούδια του Λένον (από τα 500 συνολικά του Rock and Roll Hall of  Fame) από τη σόλο καριέρα του που θεωρείται ότι διαμόρφωσαν το rock and roll. Μάλιστα το Imagine βρέθηκε στην τρίτη θέση των 500 καλύτερων τραγουδιών όλων των εποχών. Το 1999 η Broadcast Music Inc συμπεριέλαβε το τραγούδι στη λίστα με τα 100 καλύτερα εκτελεσμένα τραγούδια ενώ το βίντεο που συνόδευε το τραγούδι, πήρε αργυρό Λέοντα στο φεστιβάλ των Καννών.
Σε μια από τις τελευταίες συνεντεύξεις που έδωσε πριν δολοφονηθεί, ο Λένον δήλωσε ότι το Imagine ήταν εξίσου καλό με όσα τραγούδια είχε γράψει όσο καιρό ήταν στους Beatles.
Λέγεται ότι το ρεφραίν του τραγουδιού είναι μερικώς εμπνευσμένο από ποιήματα της Γιόκο Ονο, στο βιβλίο διηγημάτων της με τίτλο Grapefruit. Σε κάποιο από αυτά αφηγούνταν τα παιδικά της χρόνια στην Ιαπωνία κατά τη  διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου

Στο βιβλίο «Lennon in America» από τον συγγραφέα Geoffrey Giuliano, ο Λένον σχολίασε: «το τραγούδι είναι αντιθρησκευτικό, αντιεθνικιστικό, αντισυμβατικό, αντικαπιταλιστικό αλλά επειδή φτιάχτηκε με γλυκά υλικά, έγινε αποδεκτό».

Πέμπτη, 7 Οκτωβρίου 2010

Η ζωή απ’ την αρχή (*)

http://downloads.naftemporiki.gr.edgesuite.net/static/10/10/01/oikeia-1.jpg
Το ταξίδι (Die Reise) Αναχώρηση για τη Γερμανία, Θεσσαλονίκη 1963.
 
Έλληνες μετανάστες, 1960. Χαμόγελα επιβίωσης, βλέμματα γεμάτα «ανορθόγραφη» νοσταλγία για την πατρίδα. Ασπρόμαυρο «γράμμα από τη Γερμανία» σαν παλιά ελληνική ταινία. Ένθερμοι, σεμνοί, αθώοι και αξιοπρεπείς. Καλλιέργησαν την πατρίδα τους σαν βασιλικό μέσα σε τενεκεδένιο γλαστράκι, γέμισαν κάρβουνο και σαπουνάδες από λάντζα, ντύθηκαν να φωτογραφηθούν με τα καλά τους, στριμώχτηκαν σε τρένα, έκαναν οικογένειες – άλλοι γύρισαν, άλλοι ρίζωσαν εκεί.
Ελλάδα, 2010. Τώρα που 7 στους 10 νέους πτυχιούχους σκέφτονται πώς θα καταφέρουν να φύγουν για πάντα  από τη χώρα (4 στους 10 έχουν ήδη ξεκινήσει ενέργειες μετανάστευσης, σύμφωνα με στοιχεία της Κάπα Research), σε μια αίθουσα της πόλης παίζεται ένα έργο από τα παλιά. Πριν 50 χρόνια, το Γερμανο-Ελληνικό Σύμφωνο Προσέλκυσης Εργατών έκανε χιλιάδες Έλληνες να μεταναστεύσουν στη Γερμανία, κυνηγώντας ένα καλύτερο αύριο. Σήμερα, μετά από μια ολόκληρη ζωή, οι φωτογραφίες τους αναρτώνται στο Ινστιτούτο Goethe.
Τίτλος της έκθεσης, «Οικεία ξενιτιά». Η πορεία των Ελλήνων μεταναστών από τα καπνοχώραφα στη γερμανική βιομηχανία, από τη μεγάλη ελληνική οικογένεια στη μοναξιά των εργατικών εστιών και από τις συναισθηματικά φορτισμένες σκηνές αποχαιρετισμού στη σταδιακή εγκατάσταση στη «δεύτερη πατρίδα». Φωτογραφίες από το Αρχείο του Κέντρου Τεκμηρίωσης και Μουσείου Μετανάστευσης στη Γερμανία που με την αλήθεια, την αθωότητα και τη σκληρή τους πραγματικότητα σε κάνουν να νιώθεις ότι είμαστε όλοι μετανάστες.
Athensvoice,  7/10/2010
«Μπαίναµε σε οµάδες στο ασανσέρ και αυτό το γιγάντιο σιδερένιο κλουβί ορµούσε µε µεγάλη ταχύτητα στα βάθη της γης. “Ξέχνα τον ήλιο, για µας υπάρχουν πλέον µόνο τα βάθη της γης, η σκόνη και η υγρασία”, είπα στον φίλο µου. Όταν βγήκαµε, ήµαστε εξαντληµένοι από την κούραση, αλλά και ευχαριστηµένοι που επιστρέψαµε στο φως, στη ζωή. Κατάµαυροι από το κάρβουνο δεν µπορούσαµε να αναγνωρίσουµε ο ένας τον άλλο», περιγράφει ο Σωτήρης Περετζούκας που εργαζόταν στα ανθρακωρυχεία του Άαχεν.
http://images.tanea.gr/assetservice/Image.ashx?c=15976820&r=0&p=0&t=0&q=100&v=1&s=1&w=200
Η μετανάστευση αποτελεί ένα φαινόμενο της ανθρώπινης ζωής. Από παλιά, ο άνθρωπος μετακινείται από τόπο σε τόπο αναζητώντας καλύτερους τρόπους επιβίωσης. Υπάρχουν αρχαιολογικές ενδείξεις για προϊστορικές μετακινήσεις στην Κίνα και την Ευρώπη. Οι προϊστορικοί άνθρωποι προτιμούσαν  να μετακινηθούν πηγαίνοντας από παραθαλάσσια μέρη αντί να τα διασχίσουν ή προτιμούσαν ν’ ακολουθήσουν τις όχθες των ποταμών περνώντας μέσα από κοιλάδες.

           Η μετανάστευση από απόψεως κατοίκων, γλώσσας και εθνικής ταυτότητας έχει αλλάξει ριζικά την σύνθεση ολόκληρων χωρών και ηπείρων. Έτσι, μετά από 400 χρόνια η Αμερική, η Αυστραλία, η Ωκεανία, το Βόρειο ήμισυ της Ασίας και μερικά μέρη της Αφρικής κατακτήθηκαν από τους λευκούς. Στην νέα της μορφή η μετανάστευση, που γίνεται κυρίως για οικονομικούς λόγους, εμφανίζεται ιδιαίτερα έντονη με την έναρξη της εκβιομηχάνισης στις πιο προηγμένες χώρες. Στο πρώτο μισό του 20ού αιώνα πάνω από 100 εκατομ. άτομα μετανάστευσαν από την μια χώρα στην άλλη. Μεγάλη μεταναστευτική κίνηση παρατηρείται κυρίως, απ’ όλα τα μέρη του κόσμου καθώς, πολλές χιλιάδες ανθρώπων μετακινούνται στον Νέο Κόσμο με τις απέραντες εκτάσεις εύφορης γης και την αλματώδη βιομηχανική ανάπτυξη που απαιτεί πολλά εργατικά χέρια. Η Ελλάδα υπήρξε από τις χώρες που πρόσφερε στις Η.Π.Α το περισσότερο δυναμικό της καθώς, από το 1900 έως το 1921 μετανάστευσαν συνολικά 384.00 άτομα. Η υπερπόντια αυτή μεταναστευτική δύναμη αναχαιτίστηκε μετά τον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο, με τα περιοριστικά μέτρα που έλαβε για να εμποδίσει την εισρροή και άλλων ξένων μεταναστών, η κυβέρνηση των Η.Π.Α το 1920. 
http://www.biblionet.gr/images/covers/b154703.jpg

            Τα κενά που δημιούργησε όμως η υπερπόντια αυτή μετανάστευση ήλθε να καλύψει, στην Ελλάδα, ο πληθυσμός που μετακινήθηκε με την Μικρασιατική καταστροφή. Συνολικά την περίοδο αυτή επέστρεψαν στην χώρα πάνω από 1.300.000 πρόσφυγες. Στην αναχαίτιση του υπερπόντιου αυτού μεταναστευτικού ρεύματος συνετέλεσε πολύ με τις καταστρεπτικές του συνέπειες, ο Β΄ Παγκόσμιος πόλεμος. Από το 1950 αρχίζει έτσι πάλι, η μετακίνηση κυρίως, προς την Αμερική, την Αυστραλία και τον Καναδά, λόγω της υποαπασχόλησης και της ανεργίας στην χώρα πολλών Ελλήνων. Θεωρείται ότι μόνο στο διάστημα 1953 – 1964 μετανάστευσαν σε υπερπόντιες χώρες 250.00 Έλληνες.

            Πολλά δυτικό – Ευρωπαϊκά κράτη που αποκαταστάθηκαν κοινωνικά, μετά τις ζημιές του πολέμου, και αύξησαν ραγδαία την οικονομία τους, απορρόφησαν όχι μόνο το δικό τους εργατικό δυναμικό, αλλά δημιούργησαν ανάγκες για ξένα εργατικά χέρια. Τα κράτη αυτά προσέλκυσαν έτσι, πολλούς Έλληνες όχι μόνο για τα ημερομίσθια που ήταν αρκετά υψηλά, αλλά και γιατί βρίσκονταν πιο κοντά στην πατρίδα και με τι συχνότερες επισκέψεις μετριαζόταν η νοσταλγία των ξενιτεμένων ενώ η μετακίνηση τους στοίχιζε λιγότερο. Η Γαλλία υπήρξε η πρώτη χώρα που ενδιαφέρθηκε για Έλληνες εργαζόμενους και υπέγραψε με την χώρα μας ειδικές μεταναστευτικές συμβάσεις που κατοχύρωναν τα δικαιώματα των μεταναστών και της οικογένειας τους που άφηναν φεύγοντας. Παρόμοιες μεταναστευτικές συμβάσεις έγιναν αργότερα, στο Βέλγιο, την Γερμανία και άλλες Ευρωπαϊκές χώρες. Η μεγαλύτερη όμως απορρόφηση του ελληνικού εργατικού δυναμικού έγινε από την Γερμανία. Γενικά, σύμφωνα με στοιχεία της Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας, από το 1995 και μετά μετανάστευσαν στην Ευρώπη πάνω από 750.000 άτομα, το 80% των οποίων εγκαταστάθηκαν στην Δ. Γερμανία και το 4% στην Ιταλία ενώ, ένα πολύ μικρό αριθμό συγκέντρωσαν άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Η μεγαλύτερη όμως μεταναστευτική κίνηση προς την Ευρώπη παρατηρείται στις περιόδους 1962 – 1965 και 1969 – 1970. Μετά το 1970 αρχίζει κάποια βαθμιαία κάμψη και παρατηρείται αντίθετα ανάμεσα στους Έλληνες μετανάστες μια τάση επιστροφής στην πατρίδα. Το φαινόμενο αυτό μερικώς, ερμηνεύεται από το γεγονός ότι ο ρυθμός ανάπτυξης στις χώρες υποδοχής υποχώρησε και η οικονομική κατάσταση των χωρών αποστολής, όπως η Ελλάδα, βελτιώθηκε σημαντικά ευνοώντας τον επαναπατρισμό.
“Όταν ήρθα να δουλέψω στη Φίλιπς, είχα κάτι μάτια να! Και επειδή είχα τόσο καλά μάτια, ο προϊστάμενος μου ανέθετε όλη τη λεπτή δουλειά. Δεν μετακινήθηκα ποτέ σε άλλο πόστο. Επί δέκα χρόνια καθόμουνα σκυμμένη πάνω σε κείνα τα μικρά λαμπερά εξαρτήματα και τα διάλεγα. Ήμασταν δυο. Αν φτιάχναμε μαζί 15.000 κομμάτια την ημέρα, εγώ έκανα τα 11.000. Οπότε καταλαβαίνεις! Την άλλη γυναίκα την άλλαξαν γρήγορα, αλλά εμένα μ’ αφήσανε.
Πολλές φορές ζήτησα να μου δώσουν άλλη δουλειά, γιατί κουραζόμουν πολύ να κάνω συνέχεια τα ίδια και τα ίδια. Αλλά τότε ο προϊστάμενος μου έλεγε: Όχι εσένα δεν σ’ αλλάζουμε με καμιά κυβέρνηση. Εσύ κάνεις 11.000 κομμάτια. Είσαι η καλύτερη εργάτρια μας. Και όταν τον είδα τελευταία και του είπα ότι έχω σχεδόν τυφλωθεί στα δυο μάτια, μου είπε: Τι λες, κορίτσι μου, δεν το περίμενα να χάσουμε τέτοια καλή εργάτρια….”
Ελληνίδα εργάτρια στην Ολλανδία τη δεκαετία του 1960
Η σύγχρονη ελληνική μετανάστευση μεταξύ θεωρίας και εμπειρίας
Μιχάλης Τσάκαλος     

«Ήμουν μόλις οκτώ ετών, όταν η μητέρα μας, Σοφία Ζαχαράκη, έφυγε για τη Γερμανία, για να εργαστεί σε εργοστάσιο σοκολάτας στο Άαχεν, μαζί με τη θεία μου. Θυμάμαι ακόμα και σήμερα ότι παρακαλάγαμε να πάνε όλα καλά εκεί στη Γερμανία, ώστε να μπορέσει η μητέρα μας να γυρίσει στο σπίτι. Κάθε φορά που τη νοσταλγούσαμε πηγαίναμε στην ντουλάπα για να οσμιστούμε τη μυρωδιά των ρούχων της»
Ιωάννα Ζαχαράκη,  σήμερα ζει στο Σόλινγκεν της Γερμανίας. 

http://2.bp.blogspot.com/_6koRMarIpSw/Rxt1lmXaa1I/AAAAAAAABWo/_18yyH8nJOs/s320/%CE%B2%CE%B1%CE%BB%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%B12.jpg
Ένα από τα επονομαζόμενα παιδιά «βαλίτσα», θυμάται… Τα παιδικά του χρόνια τα θυμάται ως ένα ατέλειωτο «πήγαινε-έλα», μεταξύ Ελλάδας- Γερμανίας. Ο λόγος για τον Σεβαστό Σαμψούνη, αντιπρόεδρο της Εταιρείας Ελλήνων Συγγραφέων Γερμανίας και ιδιοκτήτη του εκδοτικού οίκου "Grossenwahn Verlag Frankfurt Am Main", στη Φρανκφούρτη.

Την πρώτη φορά που τον άφησαν οι γονείς του στη γιαγιά του, στο Τυχερό Έβρου, απ΄ όπου κατάγονταν ο πατέρας, ήταν μόλις τριών μηνών. Ακλούθησαν άλλες επτά μετοικήσεις. Τις πρώτες τάξεις του Δημοτικού τις τελείωσε στο Τυχερό, τις υπόλοιπες στο Ντάρμσταντ, ενώ στη διάρκεια του Γυμνασίου υποχρεώθηκε ν’ αλλάξει τρεις διαφορετικές πόλεις στην Ελλάδα. Λύκειο τελείωσε στη Φρανκφούρτη.
«Ο πατέρας ήρθε στη Γερμανία το 1963 και αρχικά δούλεψε σε ανθρακωρυχείο του Έσσεν. Η μητέρα ήρθε αργότερα, το 1965, όταν αποφάσισαν να εγκατασταθούν στο Ντάρμσταντ, όπου και γεννήθηκα», εξιστορεί στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο Σεβαστός Σαμψούνης. «Ανήκω στα παιδιά δεύτερης γενιάς, τα επονομαζόμενα και ’παιδιά βαλίτσα’, αφού πέρασα όλη μου την παιδική ηλικία, με μια βαλίτσα στο χέρι» μας λέει και συνεχίζει: «Μεγαλώσαμε χωρίς να γνωρίζουμε καλά τους γονείς μας. Μου έλειπε πολύ η οικογένεια. Τη στοργή των γονιών μου την αναπλήρωνε η οικογένεια της θείας μου, την οποία φώναζα μαμά. Όταν έλεγαν τα ξαδέλφια μου ότι δεν είναι δική μου (μαμά), αλλά δική τους, και πως η δική μου ήταν στη Γερμανία, έκλαιγα. Δεν μπορούσα τότε να καταλάβω γιατί έπρεπε συνεχώς η μητέρα μου να είναι κάπου αλλού και όχι μαζί μου. Ξέρετε ότι, το κάθε παιδί χρειάζεται μία ιδιαίτερη φροντίδα και όσο να σε προσέχουν, ούτε οι γιαγιάδες ούτε οι θείες μπορούν να αναπληρώσουν την αγκαλιά της μητέρας και του πατέρα».

Σήμερα, στα 44 του χρόνια, ο Σεβαστός συναισθάνεται ότι αυτά που έζησε ήταν μία αναγκαιότητα, αν και πολλές φορές, στο παρελθόν, κατηγορούσε τους γονείς του για όσα περνούσε.
«Τα χρόνια εκείνα, τα νέα ζευγάρια, παρ΄ όλες τις δεσμεύσεις που είχαν, έκαναν οικογένεια και παιδιά, όπως άλλωστε όλοι οι Έλληνες, αλλά και οι άλλης εθνικότητας μετανάστες στη Γερμανία. Πίστευαν πως θα έμεναν μόνο για λίγα χρόνια στην Γερμανία και πως θα επέστρεφαν γρήγορα πίσω, γι΄ αυτό και έστελναν τα παιδιά τους στην Ελλάδα σε παππούδες και θείους, προκειμένου να πάνε σε ελληνικό σχολείο και να μην αποκοπούν από την ελληνική πραγματικότητα. Προσωπικά, μετά τα 16 μου χρόνια άρχισα να δένομαι με τους γονείς μου», μας λέει.
http://1.bp.blogspot.com/_6koRMarIpSw/Rxt1rWXaa2I/AAAAAAAABWw/BtqJuukbcKs/s320/%CE%B2%CE%B1%CE%BB%CE%B9%CF%84%CF%83%CE%B1.jpg
Τελικά, ο Σεβαστός κατάφερε «να σταθεί» στα πόδια του και, όπως εξομολογείται, η ευαισθησία αυτή των παιδιών του χρόνων διοχετεύτηκε στο γράψιμο και τη ζωγραφική. Ξεκίνησε από τα 13 του χρόνια, γράφοντας στίχους- δύο έγιναν και τραγούδια λαϊκά- αλλά δεν συνέχισε. Το 1995, εξέδωσε μία ποιητική συλλογή, «Η ακολουθία της Αλώσεως», με δικά του σχέδια και πολύ αργότερα, το 2005, εξέδωσε το πρώτο του μυθιστόρημα «Η επικίνδυνη συνήθεια να αισθάνομαι», από της εκδόσεις Β. Κυριακίδη. Το 2009, εικονογράφησε ένα παιδικό βιβλίο της γνωστής συγγραφέως, Ελένης Τσακμάκης, μετανάστρια και αυτή στη Γερμανία. Αυτό που θα επιθυμούσε ο κ. Σαμψούνης, είναι να προβάλλει, μέσα από τον εκδοτικό του οίκο, τα έργα συγγραφέων, που γράφουν στα γερμανικά, έχοντας μεγαλώσει ανάμεσα σε δύο πατρίδες.

«Οι άνθρωποι αυτοί έχουν να πούνε πολλά σε σχέση με όλους τους άλλους, που έχουν μεγαλώσει με μία πατρίδα, μία οικογένεια. Προσωπικά, αισθάνομαι σήμερα υπέροχα που είχα αυτή την τύχη. Δυστυχώς, κάποια από τα παιδιά που μεγάλωσαν, όπως εγώ, δεν κατάφεραν ποτέ να ισορροπήσουν, κάνοντας ακόμα και λάθος επιλογές», λέει ο Σεβαστός.  
http://cdn.thebest.gr/media/images/frontNews/mmbemtvsha4c98d1d27b805.jpg
(*)Η ζωή απ’ την αρχή, τίτλος βιβλίου των Ιακώβ Σιμπή και Καρίνας Λάμψα

Σάββατο, 2 Οκτωβρίου 2010

Γράφοντας μετά το Άουσβιτς

http://www.biblionet.gr/images/covers/b100787.jpg
Ψάχνοντας σε μια στοίβα από βιβλία βλέπω τυχαία ένα του Γκύντερ Γκρας. Είναι αυτό με τον τίτλο Γράφοντας μετά το Αουσβιτς.
Και μου  έρχεται στον νου η γνωστή φράση του Αντόρνο: «Πώς μπορούμε να γράφουμε ποιήματα μετά το Αουσβιτς;». Βέβαια ο Αντόρνο διατύπωσε αυτό το ερώτημα λίγο μετά τον πόλεμο, όταν η φρίκη του Αουσβιτς και των άλλων στρατοπέδων εξόντωσης είχε μόλις αποκαλυφθεί και ο συγκλονισμός που προκάλεσε ήταν ακόμα νωπός στις συνειδήσεις των ανθρώπων.
Ομως με το ερώτημα αυτό ίσως να υπονοούσε τις ενοχές που έχουν, ή πρέπει να έχουν, όσοι γράφουν έχοντας επιζήσει μετά από ένα τέτοιο γεγονός. Οπότε θα μπορούσαμε να παραθέσουμε το ερώτημά του πιο ανοιχτά, ως εξής: «Μα είναι πράγμα αυτό να γράφουμε ποιήματα όταν εξοντώθηκαν εκατομμύρια άνθρωποι ενώ εμείς επιζήσαμε;». Τι να γίνει όμως, μετά απ’ όλα τα φριχτά γεγονότα, που σφραγίζουν και την ιστορία και τις ατομικές ζωές των ανθρώπων, ποιήματα γράφονται και θα γράφο νται, τόσο από αυτούς που επέζησαν έχοντας διακινδυνεύσει όσο και από εκείνους που έζησαν χωρίς να έχουν αντιμετωπίσει τους ίδιους κινδύνους. Αυτό βέβαια ισχύει για όλες τις μορφές του λόγου, για όλες τις μορφές της τέχνης.
Πάντως οι επιζήσαντες φέρουν ένα βαρύ φορτίο ενοχών, αυτών που μόνοι τους δημιουργούν και κυρίως εκείνων που ρίχνουν πάνω τους οι άλλοι, η κοινωνία, η ίδια η εξουσία. Κι εδώ χρειάζεται να ειπωθεί πως η δημιουργία ενοχών είναι ένα συστηματικό και αποτελεσματικό μέσο επιβολής της εξουσίας, ιδιαίτερα στους ολοκληρωτικούς σχηματισμούς, ακόμα και στους πιο μικρούς. Ωστόσο χωρίς επιζήσαντες δεν θα είχαμε ποτέ μαρτυρίες για τα όσα συνέβησαν. Πράγματα σημαντικά θα είχαν ξεχαστεί, πράγματα που πολλοί, ιδίως εκείνοι που αναπλάθουν την ιστορία σύμφωνα με τις προσταγές της εκάστοτε εξουσίας ή τις επιταγές της εκάστοτε άρχουσας ιδεολογίας, θα προτιμούσαν να είχαν βυθιστεί στη λησμονιά. Γι’ αυτούς οι επιζήσαντες μάρτυρες είναι ιδιαίτερα ενοχλητικοί, θα τους ήταν προτιμότερο να μην υπάρχουν. Ισως κάθε συγγραφέας, κάθε καλλιτέχνης που, παρά τις προσπάθειες των πολλαπλών εξουσιών και εξουσιαστών να τον παρεμποδίσουν ή να τον ελέγξουν, γίνεται μάρτυρας του καιρού του, να γίνεται τελικά ένας επιζήσας. 
http://img1.fantasticfiction.co.uk/images/x1/x7747.jpg
Αλλά για να ξανάρθω στους επιζήσαντες των στρατοπέδων, είναι ενδιαφέρον το ότι εκεί κανείς από τους εγκλείστους δεν αυτοκτονεί. Οσο φοβερές κι αν είναι οι συνθήκες μέσα στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, η ελπίδα παραμένει πιο δυνατή από τον θάνατο και κανείς δεν εγκαταλείπει τη ζωή από μόνος του. Ομως μερικοί έφτασαν στην αυτοκτονία πολλά χρόνια μετά την απελευθέρωσή τους, όπως λόγου χάρη ο Πρίμο Λέβι. Ή ακόμα ο Τσέλαν, ο οποίος κλείστηκε «απλώς» σε στρατόπεδο καταναγκαστικής εργασίας και όχι συγκέντρωσης, αλλά που εξοντώθηκαν όλοι οι δικοί του. Ισως και στην αυτοκτονία του Μαγιακόφσκι να συνέβαλε το ενδεχόμενο του εγκλεισμού του σε στρατόπεδο, κάτι που δεν το γλίτωσε ο Μαντελστάμ και τόσοι άλλοι σοβιετικοί συγγραφείς. Οι δρόμοι που οδηγούν στην αυτοκτονία είναι σκοτεινοί. Ομως η έλλειψη ελπίδας και μαζί η πλησμονή ενοχών αποτελούν μιαν ισχυρή ώθηση για να τους ακολουθήσει κανείς. 
http://www.biblionet.gr/images/covers/b79005.jpg
Θα έλεγα λοιπόν πως πάντα σχεδόν γράφουμε ή εκφραζόμαστε με την τέχνημετά από ένα γεγονός, είτε αυτό είναι τρομερό είτε ευχάριστο, τραυματικό ή χαρούμενο, γενικότερο ή προσωπικό. Και είτε το βιώσαμε άμεσα είτε το παρατηρήσαμε από κάποια απόσταση, ή απλώς το γνωρίσαμε. Ας σταθώ όμως και πάλι στα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Από το Αουσβιτς μας χωρίζουν πολλά χρόνια, αρκετά χρόνια μας χωρίζουν πια και από τα ελληνικά στρατόπεδα. Αυτά τελείωσαν, το ίδιο και τα σοβιετικά, όσο και αν τα τελευταία έμεναν για καιρό κρυμμένα ή αν ακόμα και σήμερα δικαιώνονται προκλητικά από μερικούς. Ωστόσο καινούργια στρατόπεδα ανακαλύπτονται κάθε τόσο και σε μιαν άλλη χώρα. Αλλά τα στρατόπεδα δεν είναι παρά η οξύτερη μορφή ενάσκησης μιας καταπιεστικής εξουσίας. Και γράφοντας κανείς μετά τα στρατόπεδα σημαίνει πως, άμεσα ή έμμεσα, γράφει κατά της εξουσίας που τα φτιάχνει. Ακόμα και της εξουσίας που τα εξαγγέλλει ή σιωπηλά τα προετοιμάζει. 
Βεβαίως αυτό το μετά σημαίνει πως ανάμεσα στο γεγονός, στρατοπεδικό ή άλλο, και στην καλλιτεχνική του αποτύπωση υπάρχει μια χρονική απόσταση, η οποία κυμαίνεται. Αυτή η διακύμανση αποδίδεται κατά κανόνα στην ιδιοσυγκρασία, στη διάθεση, στον τρόπο δουλειάς του δημιουργού. Ετσι συνήθως λέγεται πως όταν η παραπάνω απόσταση είναι σχετικά μικρή αυτό οφείλεται στην εγγύτητα του καλλιτέχνη προς το γεγονός και στη συγκινησιακή ένταση που του έχει προκαλέσει. Ενώ όταν η απόσταση είναι μεγαλύτερη, συνήθως λέγεται ότι αυτό οφείλεται στην προσπάθεια του καλλιτέχνη να συλλάβει συνολικότερα και βαθύτερα το γεγονός. Ομως πολύ λιγότερο λέγεται πως το πόση θα είναι αυτή η απόσταση καθορίζεται και από τις πολιτικές συνθήκες κάθε εποχής, από τις απαιτήσεις της εξουσίας, από τις μορφές που παίρνει η ενάσκησή της.
http://www.biblionet.gr/images/covers/b152116.jpg
Οταν η εξουσία παρεμβαίνει στην τέχνη είναι συνήθως για να επιβάλει τις μορφές και τα περιεχόμενα που θέλει. Δεν είναι όμως λίγες οι φορές που η εξουσία παρεμβαίνει και στον χρόνο δημιουργίας ενός έργου, απαιτώντας ακόμα και την άμεση καλλιτεχνική έκφραση ενός γεγονότος. Ενα πολύ χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ο θάνατος του Στάλιν το 1953. Οι ποιητές στις χώρες του υπαρκτού σοσιαλισμού ήσαν κρατι κά υποχρεωμένοι να γράψουν πά 0 Τc ραυτα δοξαστικά ποιήματα στη μνήμη του. Στις άλλες χώρες οι κομμουνιστές ποιητές αισθάνθηκαν - όσοι την αισθάνθηκαν - την κομματική επιθυμία ή την εσωτερική ιδεολογι κή επιταγή να κάνουν αμέσως το ίδιο. Τα αποτελέσματα τέθηκαν βε βαίως υπό την κρίση της κρατικής ή της κομματικής εξουσίας. Στη Γαλλία, λόγου χάρη, καταδικάστηκε το πορτρέτο του Στάλιν που έκανε ο Πικάσο, γιατί τον παρουσίασε ως έναν αγριωπό, ατίθασο νεαρό και όχι ως τον νικηφόρο στρατάρχη τον φορτωμένο με παράσημα. Αργότερα όμως τα αποτελέσματα τέθηκαν υπό την κρίση των ίδιων των δημιουργών. Ετσι στην Ελλάδα πολύ σημαντικοί ποιητές, όπως ο Ρίτσος και ο Λειβαδίτης, δεν ξαναδημοσίευσαν τα δοξαστικά ποιήματα που είχαν γράψει για τον θάνατο του Στάλιν. 
http://iconology2009.files.wordpress.com/2010/06/stalin20by20picasso3.jpg?w=450&h=603
Από την άλλη μεριά, είναι αναρίθμητες οι φορές που οι πολιτικές συνθήκες ή ευθέως η ίδια η εξουσία αναγκάζουν τον καλλιτέχνη να συνθέσει το έργο του, και κυρίως να το δημοσιοποιήσει, αργότερα, κάποτε πολύ αργότερα, από τότε που συνέβησαν τα γεγονότα στα οποία αναφέρεται, έστω και έμμεσα. Για να έρθω και πάλι στον τόπο μας, πρέπει να πω ότι ο Ρίτσος, μέσα στις συνθήκες του εμφυλίου πολέμου και του μακρόχρονου εγκλεισμού του στα στρατόπεδα συγκέντρωσης και του Αϊ-Στράτη, μπόρεσε να ξαναβγάλει βιβλίο, την Αγρύπνια, το 1954, όταν πια οι πολιτικές συνθήκες σχετικά το επέτρεψαν, δηλαδή εννέα χρόνια μετά την πλακέτα Ο σύντροφός μας, του1945. Αν πάλι πάμε σε μια παλαιότερη εποχή και μπούμε στον χώρο της ζωγραφικής, θα δούμε πως ο Γκόγια δεν μπόρεσε να ζωγραφίσει τον περίφημο πίνακα Οι εκτελέσεις της 3ης Μαΐου 1808 παρά μόνο έξι χρόνια μετά τη σφαγή των ισπανών πατριωτών από τα γαλλικά στρατεύματα κατοχής. Δηλαδή το 1814, όταν πια ο Ναπολέων είχε ηττηθεί και η νέα εξουσία στην Ισπανία δεν το απαγόρευε. 
Αγρύπνια 1941- 1953
Πολύ περισσότερα είναι τα χρόνια που χρειάστηκαν στην τότε Σοβιετική Ενωση ο Παστερνάκ και ο Σολζενίτσιν για να δουν τα έργα τους δημοσιευ μένα στον τόπο τους. Το χειρόγρα φο του Δόκτορα Ζιβάγκο πέρασε κρυφά στην Ιταλία το 1957, μεταφράστηκε και εκδόθηκε εκεί, κατόπιν σε όλες τις χώρες του κόσμου, αλλά ο Παστερνάκ, που πέθανε το 1960, δεν το είδε ποτέ στα ρωσικά. Οι ρώσοι αναγνώστες μπόρεσαν να το διαβάσουν τριάντα χρόνια αργό τερα, στον καιρό της περεστρόικα. Οσο για τον Σολζενίτσιν, μετά την καταδίκη και τον εγκλεισμό του σε στρατόπεδο από το 1945 ως το 1953, αποτύπωσε τις στρατοπεδικές εμπειρίες του στο γνωστό βιβλίο του Μια μέρα στη ζωή του Ιβάν Ντενίσοβιτς. 
http://www.biblionet.gr/images/covers/b139042.jpg
Το οποίο επετράπη να κυκλοφορήσει το 1962, χάρη στην παρέμβαση του Χρουστσόφ. Οπως ξέρουμε, όμως, λίγο πιο έπειτα απαγορεύτηκε η έκδοση των βιβλίων του και ο Σολζενίτσιν αναγκάστηκε να εκπατριστεί.
Ευτυχώς σήμερα όλα αυτά, τουλάχιστον στην Ευρώπη, δεν ισχύουν. Οι παρεμβάσεις της εξουσίας στον λογοτεχνικό και καλλιτεχνικό χώρο, όταν γίνονται, είναι έμμεσες και καλυμμένες. Ακόμη και όταν παίρνουν πιο βάναυση μορφή δεν προσπαθούν να δικαιωθούν ιδεολογικά. Αν όμως ρίξουμε μια ματιά στον αιώνα που πέρασε και κατόπιν στον προηγούμενο, θα καταλήξουμε πιστεύω στο ότι οι απολυταρχικές εξουσίες του 19ου αιώνα ήταν πολύ πιο ανεκτικές από τις ολοκληρωτικές εξουσίες του 20ού αιώνα. 
ΤΙΤΟΣ ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ ΠΟΙΗΤΗΣ
"Βήμα Ιδεών", Οκτώβριος 2010 τχ. 41

Μεταφερμένος στον περίβολο με το αψευδές σημάδι:
χόρτο, απογεγραμμένο. Οι πέτρες, λευκές, με τις σκιές των καλαμιών:
Μη διαβάζεις πια - κοίταζε!
Μην κοιτάζεις πια - προχώρα!
Paul Celan
"Στρέττο" 
 

Παρασκευή, 1 Οκτωβρίου 2010

Mbalax



Ο Youssou N'Dour, Σενεγαλέζος συνθέτης και τραγουδιστής γεννήθηκε την 1η Οκτωβρίου του 1959 στο Ντακάρ.
Γιος παραδοσιακής γκριότ  τραγουδίστριας της Σενεγάλης που και του έμαθε τα βασικά της τοπικής μουσικής, συμπεριλαμβανομένων των τάσσο (ένα είδος ραπ) και μπακού (παραδοσιακός ύμνος). Ξεκίνησε να τραγουδά σε θεατρικές ομάδες και σε χορωδίες παραδοσιακής μουσικής στην ηλικία των 12. Είναι γνωστός για την ανάμειξη παραδοσιακών μουσικών τεχνικών της πατρίδας του με τζαζ και κουβανέζικες επιρροές.
Δεν είναι τυχαίο ότι το 2004 το περιοδικό «Rolling Stone» τον χαρακτήρισε «ίσως τον πιο διάσημο εν ζωή τραγουδιστή της Σενεγάλης και  ολόκληρης της Αφρικής».
Εδώ και τριάντα σχεδόν χρόνια πραγματοποιεί διεθνείς περιοδείες και συναυλίες, ενώ έχει δείξει ιδιαίτερο ενδιαφέρον και ευαισθησία για αρκετά κοινωνικά και πολιτικά θέματα.
Η μουσική του προσωπικότητα όλα αυτά τα χρόνια – από τη δεκαετία του ’70 που άρχισε την καριέρα του – δεν έπαψε να συμβαδίζει με το έργο του για την Αφρική. Είναι ένας από τους εκατό
ανθρώπους που με τις πράξεις και τις ιδέες τους επηρεάζουν πιο πολύ τον κόσμο – σύμφωνα με το
περιοδικό «Time» – ή ο «επόμενος πρόεδρος της  Δημοκρατίας της Σενεγάλης» σύμφωνα με την κ. Μ. Κεσεσίογλου, πρόεδρο της Action Africa.
«Στα δικά μου μάτια η Αφρική είναι μια ενιαία εικόνα. Για να προωθήσουμε την ενότητα, θα πρέπει πρώτα να την καταστήσουμε πολιτιστικά εφικτή», λέει .
Το 2005 τιμήθηκε με το πρώτο του αμερικανικό «Γκράμι» για το άλμπουμ Egypt.